Θαλής

Θαλής: Πάντα πλήρη θεών και δαιμόνων

 

Ο Θαλής από τη Μίλητο είναι ο πρώτος φιλόσοφος που συναντά ο μελετητής στην πορεία του σε ό,τι ονομάζουμε Προσωκρατική σκέψη. Ο όρος δεν αποδίδει την ιστορική πραγματικότητα, καθώς πολλοί από τους εν λόγω διανοητές ήταν σύγχρονοι με τον Σωκράτη. Στον χώρο των Ανθρωπιστικών Σπουδών ο όρος “Πρώιμη Ελληνική Φιλοσοφία” θεωρείται πλέον περισσότερο δόκιμος. Καθώς, όμως, είμαστε εξοικειωμένοι με τον συλλογικό όρο ” Προσωκρατικοί ” πολλές φορές θα εμφανιστεί στα κείμενά μας.

 

Θαλής : Πίνακας που τον απεικονίζει. Μπροστά του υπάρχει αγγείο.

 

 

Ιωνία: Η πρώτη ακτή

 

Η Ιωνία αποικήθηκε γύρω στο 1100 π.Χ., μετά την εισβολή των Δωριέων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το όνομα Ιωνία αποδίδεται στον μυθολογικό αρχηγό των αποικιστών τον Ίωνα. Πολύ σύντομα η περιοχή γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη χάρις στο εμπόριο και τη ναυτιλία.

Η Μίλητος, η πατρίδα του Θαλή ήταν από τις πλέον επιτυχημένες πόλεις στην αρχαία Ιωνία. Αποικία των Αθηναίων, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις ομοιότητες ανάμεσα στην Ιωνική και την Αττική διάλεκτο. Η Μίλητος απέκτησε τις δικές της αποικίες, οι οποίες εκτείνονταν σε ένα εύρος από την Ιταλία έως τη  Μαύρη Θάλασσα.

 

 

Οι ιδέες ταξιδεύουν

 

Η Μίλητος ήταν σταυροδρόμι εμπορίου και κατ’ επέκταση ιδεών. Αρκετοί μελετητές ανακαλύπτουν ομοιότητες με την Αιγυπτιακή και Ανατολική εν γένει παράδοση. Για παράδειγμα, αποδίδεται στον Θαλή η πρόβλεψη για μια ηλιακή έκλειψη, η οποία έλαβε χώρα το 585 π.Χ. Στην περίπτωση που όντως συνέβη το γεγονός, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο φιλόσοφος είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει Βαβυλωνιακούς αστρονομικούς χάρτες. Υπάρχουν και αρκετές ενδείξεις ότι ο ίδιος ταξίδεψε στην Αίγυπτο.

 

 

Η Πολιτική δράση

 

Ο φιλόσοφος τόσο στην Αρχαία Ελληνική παράδοση, όσο και αργότερα στη Ρωμαϊκή όφειλε να μην είναι μόνο θεωρητικός αλλά πολύ περισσότερο να στηρίζει με την πράξη του όσα πρέσβευε. Ο Θαλής είχε συλλάβει την αναγκαιότητα της ενοποίησης όλων των πόλεων της Ιωνίας σε μια πολιτική και στρατιωτική αμφικτυονία, η οποία θα τους έδινε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τον Περσικό επεκτατισμό. Λίγες δεκαετίες μετά τον θάνατο του Θαλή, οι πόλεις της Ιωνίας βρέθηκαν κάτω από τον Περσικό ζυγό. Δεν είναι τυχαίο ότι ονομάστηκε ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαιότητας.  Και ο Σόλων απέκτησε αυτόν τον τίτλο μέσα από τη συμμετοχή του στα κοινά.

 

 

Τα Αποσπάσματα

 

Γενικά για τους Προσωκρατικούς όπως και για κάποιους Λυρικούς ποιητές είμαστε υποχρεωμένοι να ανατρέξουμε σε αποσπάσματα που μας έχουν σωθεί, σπαράγματα. Στην πραγματικότητα προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε τη σκέψη τους μέσα από μικρά κείμενα αντιγραφέων που και αυτοί τα παρέλαβαν από προγενέστερους αντιγραφείς. Η αλυσίδα καταλήγει σε αρχαίους συγγραφείς οι οποίοι είτε μας παρουσιάζουν τη δική τους εκδοχή για τη σκέψη του διανοητή είτε παραθέτουν επακριβώς τα λόγια του, ειδικά αν ο λόγος του είναι έμμετρος. Άρα, σε μεγάλο βαθμό βασιζόμαστε σε παραφράσεις.

 

 

Ο Αριστοτέλης ως πηγή

 

Μία από τις βασικές πηγές για την Προσωκρατική φιλοσοφία είναι ο Αριστοτέλης. Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δεν είναι ιστορικός της Φιλοσοφίας. Παρατηρούμε ότι συχνά αναμειγνύει τα αποσπάσματα με μια ερμηνεία δική του. Έτσι, έχουμε περισσότερο την άποψη του Αριστοτέλη για το τι πίστευε ο ίδιος πως ήταν οι απόψεις τους και όχι το κείμενο καθ’αυτό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αριστοτελικής έννοιας της “ευδαιμονίας” και ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται η ίδια έννοια τόσο στον Ηράκλειτο, όσο και στον Δημόκριτο.

 

 

Ο Θαλής ως “επιστήμων”

 

Ο Θαλής είχε αναπτύξει ενδιαφέρον για την Αστρονομία. Επίσης, ήταν ξεκάθαρο από αφηγήσεις που μας έχουν σωθεί από διαφορετικές πηγές ότι ενδιαφέρονταν για αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα “φυσικές επιστήμες”. Κάποιες πηγές αναφέρουν πως είχε γράψει και ένα βιβλίο για τη ναυσιπλοΐα. Με λίγα λόγια ήταν ένα ανήσυχο, όσο και πρακτικό πνεύμα.

Με δεδομένο πως Φιλοσοφία και πρωτοεπιστήμη ήταν αξεχώριστες εκείνη την εποχή θα μπορούσαμε κάλλιστα να χαρακτηρίσουμε τον Θαλή ως τον πρώτο Φιλόσοφο. Ο Θαλής είναι ο πρώτος ο οποίος απολαμβάνει της αποδοχής των συγχρόνων του, ως διανοητής που βασίζεται στη λογική ανάλυση.

 

Όμηρος και Ησίοδος

 

 

Αυτός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο συνηθίζαμε να προσεγγίζουμε την Προσωκρατική Φιλοσοφία. Από τη μια η κοινωνία του Μύθου εκπροσωπούμενη από τον Όμηρο και τον Ησίοδο και από την άλλη οι πρώτοι εκπρόσωποι της κοινωνίας του Λόγου, οι Προσωκρατικοί. Σήμερα, αυτή η αντίληψη για τον Αρχαϊκό κόσμο καταρρίπτεται. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε πέρασμα από μια κοινωνία που δεν έχει Λόγο σε μια κοινωνία που έχει.

Αντίθετα, αυτό που ονομάζουμε Μύθο έχει τη δική του λογική και είναι περισσότερο ένας τρόπος με τον οποίο ο Αρχαϊκός άνθρωπος ερμηνεύει και παρουσιάζει τον κόσμο του. Όπως εξαιρετικά έδειξε ο Λάμπρος Κουλουμπαρίτσης  έχουμε να κάνουμε με μια δομή, η οποία όχι μόνο δεν στερείται Λόγου, αλλά αντίθετα χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα.

 

 

Το Επιχείρημα

 

Ένας τρόπος να προσεγγίσουμε τους Προσωκρατικούς ως μια ξεχωριστή ομάδα με κοινά χαρακτηριστικά είναι να επισημάνουμε ότι η σκέψη τους επιδιώκει να βασιστεί σε έναν νέο Λόγο, στον Λόγο του Επιχειρήματος. Πρώτος ο Αριστοτέλης στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει τη σκέψη τους μας παρουσιάζει μια διαδρομή σκέψης που βασίζεται στο επιχείρημα. Κάτι τέτοιο δεν το βρίσκουμε στον Όμηρο ή τον Ησίοδο οι οποίοι προσεγγίζουν τα πράγματα περισσότερο με τη μορφή μια συνεχόμενης ροής, του “καταλέγειν” . Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κατάλογος των Νεών στην Ιλιάδα.

 

 

Η Σκέψη του Θαλή

 

Αυτό που είναι περισσότερο γνωστό για τον Θαλή είναι ότι θεωρούσε το νερό ως το πρωταρχικό στοιχείο. Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο Θαλής θεωρούσε ότι ο κόσμος επέπλεε πάνω σε υδάτινη επιφάνεια, όπως ένα κομμάτι ξύλο πάνω στο νερό. Μια τέτοια αντίληψη σε πρώτη ανάγνωση δε φαίνεται να διαφέρει από μια Θεολογική ή Μυθική ανάγνωση σαν αυτές που συναντάμε στον Όμηρο. Πράγματι, κατά τον Όμηρο ο ουρανός είναι ένας θόλος και ο κόσμος απλά ένας δίσκος που επιπλέει πάνω στο νερό. Η πρώτη πηγή των πάντων είναι ο Ωκεανός:

“ποταμοίο ρέεθρα Ωκεανοίο, ός περ γένεσις πάντεσσι τέτυκται”
(ο ποταμός Ωκεανός με τα ρεύματά του υφίσταται ως πηγή της  γένεσης όλων
των όντων)
Ιλιάδα, Ξ, 246

 

 

Η κοσμική αρχή

 

Ο Αριστοτέλης κάνει μια ακόμα επισήμανση. Αναφέρει ότι για τον Θαλή το νερό ήταν μια κοσμική αρχή. Παρακολουθώντας και τη σκέψη των μεταγενέστερων Προσωκρατικών μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ροή επιχειρημάτων. Γενικά, οι Προσωκρατικοί εξέφραζαν την άποψη ότι τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένος ο αισθητός κόσμος προέρχονται από τη συμπύκνωση ή την αραίωση κάποιων ελάχιστων βασικών στοιχείων.

Είναι πιθανό ο Θαλής να παρατήρησε τις μεταμορφώσεις των όντων όταν το νερό εισέρχεται, φεύγει ή εξατμίζεται και με βάση την παρατήρηση να κατέληξε στο συμπέρασμά του έχοντας ως βάση τον νέο Λόγο, αυτόν του επιχειρήματος. Ουσιαστικά, παρατηρώντας τη μεταμόρφωση που προκαλεί το νερό ο φιλόσοφος πρόσφερε μια νέα για την εποχή εξήγηση της λειτουργίας της ύλης βασιζόμενος στην παρατήρηση και το επιχείρημα.

 

 

Η Μορφή του Επιχειρήματος

 

Με άλλα λόγια είναι εξαιρετικά αμφίβολο το κατά πόσον ο Θαλής θεωρούσε ότι τα πάντα είναι κυριολεκτικά φτιαγμένα από νερό, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης. Αυτό που επισημαίνει είναι την κίνηση και τη σημασία του βασικού στοιχείου. Σε αυτή την περίπτωση η σκέψη συγκροτείται με τη μορφή συλλογισμού, ο οποίος, όπως διαπιστώσαμε ήδη, βασίζεται σε παρατήρηση του φυσικού κόσμου.

 

 

Κεχριμπάρι

 

Παρατηρώντας τον μαγνήτη λίθο και το ήλεκτρον (κεχριμπάρι) ο Θαλής θεωρείται ότι ανακάλυψε εμπειρικά το φαινόμενο του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού. Μέσα από την παρατήρηση του γεγονότος ότι το ήλεκτρον έχει τη δυνατότητα να τραβήξει κοντά του αντικείμενα ο Θαλής προχώρησε στην επισήμανση πως τα πάντα έχουν ψυχή.

 

 

Κίνηση και Ψυχή

 

«Αλλά και άψυχα ψυχήν έχειν οπωσούν εκ της μαγνήτιδος και του ηλέκτρου.”

Ο Αριστοτέλης και πάλι επισημαίνει ότι οι φιλόσοφοι ταυτίζουν την ψυχή με την κίνηση. Ο μαγνήτης και το φορτισμένο κεχριμπάρι προκαλούν κίνηση στα πράγματα. Έχουν ψυχή λοιπόν, που είναι και η αιτία της κίνησης του σίδερου προς τον μαγνήτη. Η ψυχή συνδέεται με τους Θεούς. Επομένως, όλα πλήρη Θεών.

 

 

Ο νέος Λόγος

Σε αυτό το σημείο δεν εξετάζουμε την πειστικότητα του πιθανού επιχειρήματος, όπως εμείς το συγκροτούμε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να λάβουμε υπόψη ότι πιθανόν με τον Θαλή περνάμε σε έναν τρόπο ερμηνείας του κόσμου μας. Τα αποσπάσματα δε μας επιτρέπουν να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα. Κάτι που θα μπορέσουμε να κάνουμε μελετώντας μεταγενέστερους στοχαστές. Εκεί, το πέρασμα είναι πιο ξεκάθαρο.

 

 

Αναξίμανδρος

 

Στη συνέχεια της διαδρομής μας στην Προσωκρατική Φιλοσοφία θα συναντήσουμε τον Αναξίμανδρο και τη σκέψη του.

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Windelband W. – Heimsoeth H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, Τομ. Α΄, Μ.Ι.Ε.Τ. (Αθήνα 2001 δ΄), ISBN 960-250-051-4.
  • Καλογεράκος Ι. – Θανασάς Π. “Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι”, στο Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Ε.Α.Π., (Πάτρα, 2000), ISBN 960-538-290-3.
  • Πόταγα, Άννα, «Η επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη του Θαλή». Φιλοσοφία 17-18 (1987-1988), 220-232.
  • Παπαλάς Αντώνιος Ι., «Η ναυτική αστρολογία του Θαλή». Μετάφρ. Βούλα Τσούνα. Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 2 (1985), 279-282.
  • G. S. KIRK / J. E. RAVEN / MALCOLM SCHOFIELD, Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ,εκδ.ΜΙΕΤ, Αθήνα,1988, 2006(4η εκδοση),σελ.89-109
  • Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σσ. 255-260, ISBN 978-618-5139-32-2
  • Ιωάννης Μουρατίδης Εισαγωγή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία
  • Σωτήρης Χ. Γκουντουβάς, “Γεωμετρικές Διαδρομές”, Αθήνα 2015

 

Για μια πληρέστερη ανάλυση της Αρχαϊκής σκέψης:

La Pensée de Parménide (Lambros Couloumbaritsis) http://www.eurorgan.be/collection-ousia/la-pensee-de-parmenide/

 

 

 

 

Οιδίπους επί Κολωνώ

Οιδίπους επί Κολωνώ

 

Ο Οιδίπους βρίσκεται πάντα στα άκρα. Ευεργέτης και μίασμα. Σωτήρας και καταστροφέας. Είναι ένοχος τελικά; Και αν ναι, ποια είναι η φύση της ενοχής του; Ο Σοφοκλής παρακολουθεί τον ήρωα στα ακραία σημεία της ζωής του και αφήνει όλα τα παραπάνω ερωτήματα αναπάντητα, αμφίσημα, κάνοντάς τον σύμβολο του ανθρώπου, ο οποίος την ώρα που περπατά σίγουρος για τη δύναμη του μυαλού του, δυνάμεις υπέρτερες υφαίνουν τη μοίρα του.

 

Η Χρονική Βαθμίδα

 

Οιδίπους επί Κολωνώ: Ο Κώστας Καζάκος στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

Ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι η τελευταία τραγωδία που έγραψε ο Σοφοκλής. Δεν πρόλαβε να τη διδάξει. Αυτό το έκανε ο εγγονός του, το 401 π.Χ., πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του. Η συγκεκριμένη τραγωδία είναι μια πραγματεία για τον θάνατο, προφανώς και για τον δικό του επικείμενο θάνατο. Ταυτόχρονα είναι και ένας έπαινος της Αττικής γης, στο τέλος ενός αιώνα κατά τη διάρκεια του οποίου η πόλη πέρασε από την απόλυτη δόξα στην ολοκληρωτική καταστροφή.

 

Όταν γράφεται η τραγωδία οι τριάκοντα έχουν φύγει, οι ημέρες της ακμής είναι ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Οι Αθηναίοι μπορούν να πάρουν μια ανάσα, να ατενίσουν και να συμφιλιωθούν με τη ματαιότητα των πραγμάτων. Έστω παροδικά, έστω για λίγο.

 

Οι Μυθολογικοί Κύκλοι

 

Ο Θηβαϊκός κύκλος, όπως και ο Μυκηναϊκός είναι οι κατεξοχήν μυθολογικοί κύκλοι από τους οποίους αντλούν θέματα οι τραγικοί. Ο Αθηναϊκός μυθολογικός κύκλος χαρακτηρίζεται φτωχός. Περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπο του Θησέα και την περιπέτειά του στην Κρήτη.

 

Ανθρώπινος Ψυχισμός: Οι σκοτεινές δυνάμεις

 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι σκοτεινές δυνάμεις του ανθρώπινου ψυχισμού αποδίδονται στις μυθικές πόλεις της Θήβας και των Μυκηνών. Στην Αθήνα γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας από τους τραγικούς και κατά κάποιον τρόπο καθαγιάζονται από το αχνό φως του Ορθού Λόγου που κάπως τις ημερεύει. Μπορούμε να τις δούμε, να τις αναπαραστήσουμε κρατώντας απόσταση. Δεν αφομοιωνόμαστε απόλυτα, δε χανόμαστε μέσα σε αυτές.

 

Ένας ψυχοθεραπευτής θα έλεγε πως υπάρχει η δυνατότητα να συγκροτήσουμε μια Ιστορία για αυτό που διαφορετικά είναι ανήκουστο, τραυματικό.

 

Ο Σοφοκλής εμβαθύνει στον Θηβαϊκό κύκλο και γράφει τρεις τραγωδίες γύρω από αυτόν. Δύο με πρωταγωνιστή τον Οιδίποδα και μια με πρωταγωνίστρια την κόρη του Αντιγόνη, όπου και πάλι η σκιά του Οιδίποδα πέφτει βαριά. Ας δούμε το μύθο της οικογένειας του Οιδίποδα, των Λαβδακιδών.

 

Ο μύθος των Λαβδακιδών

 

 

Οι μυθικοί ιδρυτές της Θήβας βαρύνονται με ύβρη απέναντι στους Θεούς. Συγκεκριμένα: Ο Κάδμος, ιδρυτής της Θήβας, σκότωσε το ιερό φίδι του Άρη που φύλαγε την πηγή του θεού. Ο εγγονός του Λάβδακος καταδίωξε τη λατρεία του θεού Διονύσου και αμάρτησε κατά του θεού. Ο γιος του Λάιος απήγαγε τον γιο του Πέλοπα Χρύσιππο και ο Πέλοπας τον καταράστηκε να πεθάνει άτεκνος ή να σκοτωθεί από το παιδί του. Από εκεί ξεκινούν οι συμφορές του γένους των Λαβδακιδών, που για τρεις συνεχόμενες γενιές υποφέρουν απ’ αυτή τη βαριά κατάρα.

 

Ο πατέρας του Οιδίποδα και γιος του Λάβδακου, ο Λάιος έλαβε χρησμό από το μαντείο των Δελφών ότι ο γιος που θα αποκτούσε με την Ιοκάστη θα τον σκότωνε. Από φόβο να μην εκπληρωθεί ο χρησμός , όταν η Ιοκάστη γέννησε ένα γιο, ο Λάιος αφού τρύπησε τους αστραγάλους με περόνη και του έδεσε τα πόδια με σκοινί, το παρέδωσε σε έναν βοσκό για να το αφήσει έκθετο στον Κιθαιρώνα.  

 

Ο βοσκός λυπήθηκε το βρέφος και το παρέδωσε σε έναν άλλο βοσκό από την Κόρινθο που βρισκόταν εκεί με τα κοπάδια του βασιλιά της Κορίνθου Πόλυβου. Αυτός παρέδωσε το βρέφος στον Πόλυβο και στη γυναίκα του Μερόπη, οι οποίοι το υιοθέτησαν γιατί δεν είχαν δικά τους παιδιά , και το ονόμασαν Οιδίποδα από το πρήξιμο (οίδημα) των ποδιών του.

 

 

Η Πρωτοβουλία

 

Όταν μεγάλωσε ο Οιδίποδας , σ’ένα συμπόσιο ένας φίλος του τον αποκάλεσε νόθο και αυτός ζήτησε εξηγήσεις από τους θετούς γονείς του Πόλυβο και Μερόπη. Δεν του δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις και ο ήρωας κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή του. Το μαντείο τον ενημέρωσε πως η μοίρα του επιφυλάσσει  να σκοτώσει τον πατέρα του και να πάρει για γυναίκα του την ίδια τη μητέρα του.

 

Αποφάσισε λοιπόν να μην ξαναγυρίσει στην Κόρινθο – επομένως σύμφωνα με μία άποψη διαπράττει ύβρη, εφόσον θέλει να αποφύγει την πραγματοποίηση του χρησμού –  και άρα κατά μια εκδοχή είναι ένοχος. 

 

Ο Αμαξιτός δρόμος

 

Πήρε τον αντίθετο δρόμο για την Βοιωτία. Χωρίς να το γνωρίζει θα συναντήσει σε ένα σταυροδρόμι τον πατέρα του που έχει αναχωρήσει με τη συνοδεία του από τη Θήβα. Μια ξαφνική φιλονικία θα έχει ως αποτέλεσμα να τον σκοτώσει. Μόνο ένας από τη φρουρά του Λάιου θα σωθεί.

 

Συνεχίζοντας τον δρόμο του έφτασε στη Θήβα, την εποχή που η πόλη βασανιζόταν από τη Σφίγγα, την τιμωρία που ‘εστειλε ο Θεός Απόλλωνας για την πράξη του Λάιου να προσπαθήσει και αυτός να αποφύγει τον χρησμό. Ο Κρέοντας, προσωρινός βασιλιάς και αδελφός της βασίλισσας είχε εκδώσει προκήρυξη πως εκείνος που θα έλυνε το αίνιγμα και θα λύτρωνε την πόλη από τη Σφίγγα θα γινόταν βασιλιάς και θα έπαιρνε ως σύζυγο τη βασίλισσα Ιοκάστη.

 

Ο Οιδίποδας γεμάτος αυτοπεποίθηση, βασιζόμενος στον Λόγο έλυσε το αίνιγμα, έγινε βασιλιάς και παντρεύτηκε την Ιοκάστη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, τους δίδυμους Ετεοκλή και Πολυνείκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Εκπλήρωσε τον χρησμό που προσπαθούσε να αποφύγει και αφού έζησε ευτυχισμένος έχοντας τη φήμη του λυτρωτή και του καλού βασιλιά, έφτασε η ώρα της συντριβής του. Ο Απόλλων για δεύτερη φορά τιμωρεί το μίασμα στέλνοντας φοβερό λοιμό. Ο Οιδίποδας θα στείλει τον Κρέοντα στο μαντείο των Δελφών και εκείνος θα επιστρέψει αναγγέλλοντας πως στην πόλη των Θηβών υπάρχει μίασμα.

 

Ο Τραγικός Οιδίπους

 

Η τραγικότητα του Οιδίποδα έγκειται σε αυτό το σημείο στο γεγονός ότι χρησιμοποιώντας τα όπλα που τον οδήγησαν στο μεγαλείο – την αποφασιστικότητα και την πίστη στη λογική – θα ανακαλύψει τον ένοχο που είναι βέβαια ο ίδιος. Στην εξέλιξη της τραγωδίας ο Σοφοκλής δείχνει ότι ο ήρωας στην αναζήτησή του για τον ένοχο, πολύ γρήγορα έχει βάσιμες ενδείξεις ότι το μίασμα της πόλης είναι ο ίδιος. Παρά τις προτροπές ανθρώπων γύρω του, θα συνεχίσει την αναζήτηση μέχρι να καταλήξει στην ολοκληρωτική αλήθεια, μέχρι την τελειωτική συντριβή του.

 

Το Μίασμα, Ο φαρμακός

 

Ο σωτήρας του λαού Οιδίποδας είναι πλέον ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η αιτία των δεινών του λαού του, αυτός που διέπραξε το απόλυτο και απαγορευμένο έγκλημα.  Θα αυτοτυφλωθεί και θα αυτοεξοριστεί..

 

Ο Κολωνός

 

Σε αυτή την κατάσταση θα τον δούμε να φτάνει στον Κολωνό, όπου και θα εξαγνιστεί, στηριζόμενος σε όλη τη διαδρομή στον ώμο της κόρης του, της Αντιγόνης. Όσον αφορά την εξέλιξη του μύθου των Λαβδακιδών, σε σωζόμενο απόσπασμα της Θηβαΐδας αναφέρεται ότι ο Οιδίποδας καταράστηκε τους δυο γιους του να μοιράσουν την κληρονομιά του με οπλισμένο χέρι και να κατεβούν στον Αδη αλληλοσφαγμένοι, επειδή είχαν παραβεί την εντολή του να μη χρησιμοποιήσουν ποτέ το ασημένιο τραπέζι του Κάδμου και το χρυσό κύπελλο (δέπας), με το οποίο έπινε κρασί ο Λάιος.

 

 

Η Θήβα χωρίς τον Οιδίποδα

 

Τα δύο αδέλφια, Πολυνείκης και Ετεοκλής, συμφώνησαν να βασιλέψουν διαδοχικά ανά ένα χρόνο. Πρώτος βασίλεψε ο Ετεοκλής, ο οποίος όμως αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης έφυγε από τη Θήβα και πήγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου. Μαζί με τον πεθερό του και άλλους πέντε Αργείους ηγεμόνες εκστράτευσε εναντίον της Θήβας, για να διεκδικήσει την εξουσία.

 

Επτά επί Θήβας

 

Οι επτά Αργείοι αρχηγοί τάχθηκαν απέναντι από τους επτά Θηβαίους ήρωες που υπερασπίζονταν τις επτά πύλες της Θήβας. Απέναντι από τον Ετεοκλή ήταν ο Πολυνείκης. Η τελική μονομαχία των δύο αδερφών επιβεβαίωσε την κατάρα του Οιδίποδα. Τα δύο αδέρφια έπεσαν αλληλοσκοτωμένα μπροστά στα τείχη της πόλης, η οποία όμως σώθηκε.

 

Ο νέος άρχοντας της πόλης Κρέων, αδελφός της Ιοκάστης και θείος των παιδιών, εκδίδει διαταγή να ταφεί ο Ετεοκλής με τιμές, ενώ το σώμα του Πολυνείκη να μείνει άταφο, βορά στα σκυλιά και τα όρνια, γιατί θέλησε να προδώσει την πατρίδα του. Από εκείνο το σημείο και έπειτα έχουμε τον μύθο της Αντιγόνης.

 

 

Οιδίπους επί Κολωνώ: Η πλοκή

 

 

Ο Οιδίπους, ο τυφλός και εξόριστος πρώην βασιλιάς της Θήβας, φτάνει μετά από περιπλάνηση στον Αθηναϊκό δήμο του Ίππιου Κολωνού, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη. Κάθεται σ’ ένα βράχο μέσα στο ιερό άλσος των Ευμενίδων – πρόκειται για τις  φοβερές Ερινύες που το Άστυ ενσωμάτωσε με πιο εξευγενισμένη μορφή – και ανακαλύπτεται από κάποιον κάτοικο, ο οποίος τον παροτρύνει να φύγει.

 

Η Άρνηση

 

Ο Οιδίπους αρνείται να φύγει επικαλούμενος χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το μέρος αυτό θα είναι ο τόπος της τελικής του ανάπαυσης. Στο μεταξύ έρχεται εκεί και η άλλη κόρη του Οιδίποδα, η Ισμήνη. Ο κάτοικος του Κολωνού συγκεντρώνει τους γέροντες του τόπου. Αυτοί λυπούνται τον αδύναμο γέροντα και την κόρη του, αλλά, μόλις πληροφορούνται το όνομά του, τρομοκρατούνται και τον διατάζουν να φύγει. Ο Οιδίπους επικαλείται την Αθηναϊκή φιλοξενία και ζητά να συναντήσει τον βασιλιά της πόλης.

 

 

Η Αντίθεση: Θησέας και Κρέων 

 

 

Ο Θησέας φτάνει και ο Οιδίπους του ζητά προστασία όσο ζει και ταφή, όταν πεθάνει. Ο Θησέας του τα υπόσχεται. Έρχεται ο Κρέων και μετά την αποτυχία του να πείσει τον Οιδίποδα να τον ακολουθήσει στη Θήβα, απαγάγει τις κόρες του και είναι έτοιμος να πιάσει και τον Οιδίποδα. Τη στιγμή εκείνη επεμβαίνει ο Θησέας, κατακρίνει τις πράξεις του Κρέοντα και τον αναγκάζει να τον οδηγήσει στις κοπέλες. Πραγματικά σε λίγο επιστρέφει φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη και την Ισμήνη.

 

Πολυνείκης

 

Στην Αθήνα φτάνει ως ικέτης ο γιος του Οιδίποδα, Πολυνείκης, και επιθυμεί να δει τον πατέρα του και να του ζητήσει την βοήθειά του. Ο Οιδίπους αρνείται και τον διώχνει ρίχνοντάς του φοβερή κατάρα. Στην πραγματικότητα προοικονομείται η τραγωδία Αντιγόνη. Ο Σοφοκλής υφαίνει τον ιστό των τριών ιστοριών, όπως τις παρουσίασε.

 

Το Σημάδι

 

Τότε ακούγεται κεραυνός και ο Οιδίπους καταλαβαίνει πως το τέλος του πλησιάζει. Ξεκινά για εκεί όπου θα συναντήσει τον θάνατο, ακολουθούμενος από τον Θησέα και τις κόρες του.

 

Οιδίπους, μόνο ο Μυημένος

 

Αποχαιρετά τα παιδιά του και προχωρά μαζί με τον Θησέα, που είναι ο μόνος που πρέπει να ξέρει τον τόπο ταφής του. Είναι σαφέστατη η αναφορά στα Ελευσίνια Μυστήρια, στα οποία ο Σοφοκλής ήταν μυημένος. Αυτός είναι και ο λόγος της μυστικότητας. Ο αμύητος δε μπορεί να συνοδεύσει. Οι κόρες του θρηνούν τον χαμό του πατέρα τους, αλλά ο βασιλιάς της Αθήνας τους υπόσχεται κάθε φροντίδα για το μέλλον. 

 

Η χρονική σχέση των τραγωδιών

 

Σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση των τραγωδιών είναι η μεταξύ τους χρονική σχέση. Σύμφωνα με την εξέλιξη του μύθου, η πρώτη τραγωδία θα έπρεπε να είναι ο Οιδίπους Τύραννος καθώς αυτή περιγράφει τον ήρωα στην ακμή του και τελειώνει με τη συντριβή του. Δεύτερη στη σειρά θα έπρεπε να είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ, τραγωδία που πραγματεύεται τον θάνατο του ήρωα. Τέλος, η Αντιγόνη θα έπρεπε να είναι η τελευταία τραγωδία του κύκλου, με νεκρό πλέον τον Οιδίποδα και θαμμένο στον Κολωνό.

 

Ο Σοφοκλής, ωστόσο δεν έχει ακολουθήσει αυτή τη σειρά στη συγγραφή των τραγωδιών. Η Αντιγόνη γράφηκε πρώτη και παρουσιάστηκε στο κοινό κατά πάσα πιθανότητα το 441 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια. Ο Οιδίπους Τύραννος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 428 π.Χ. Ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι η τελευταία τραγωδία που έγραψε ο Σοφοκλής. Παρουσιάστηκε το 401 π.Χ., πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του.

 

 

Λυρική Ποίηση και Δράμα

 

Η ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων βασίζεται στην παρουσίαση σε ένα κοινό. Ο λυρικός ποιητής,  χρησιμοποιεί, όπως και ο τραγικός τη γραφή, όμως και τα δύο είδη παρουσιάζονται, γίνονται τραγούδι και κίνηση. Κατά κάποιον τρόπο τα πάντα είναι θέατρο, τα πάντα κυλούν στον χρόνο στη λογοτεχνική δημιουργία των Ελλήνων.

 

 

Ακολουθούν κάποια βιβλία και συγγράμματα που μπορούμε να βρούμε στα Νέα Ελληνικά:

 

 

  • R. P. Winnington-Ingram, Σοφοκλής. Ερμηνευτική προσέγγιση, Αθήνα, 1999.
  • Lesky, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, 2007.
  • Α. Μαρκαντωνάτος, Χ. Τσαγγάλης (εκδ.), Aρχαία ελληνική τραγωδία: Θεωρία και Πράξη, Αθήνα, 2008.
  • (H. Lloyd-Jones, N. G. Wilson: Sophoclis Fabulae. (Oxford Classical Texts)
  • R. P. Winnington-Ingram, Σοφοκλής. Ερμηνευτική προσέγγιση, Αθήνα, 1999.
  • A. Lesky, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, 2007.
  • Α. Μαρκαντωνάτος, Χ. Τσαγγάλης (εκδ.), Aρχαία ελληνική τραγωδία: Θεωρία και Πράξη, Αθήνα, 2008.
  • P. Easterling P. και B. M. W. Knox (εκδ.), Iστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Aθήνα, 1990.
  • P. Easterling  (εκδ.), Οδηγός για την Aρχαία Eλληνική Tραγωδία, Ηράκλειο, 2007).
  • H.D. F. Kitto, Η αρχαία ελληνική τραγωδία, Παπαδήμας, 2010
  • Δ. Ιακώβ Δ., Η Ποιητική της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ. (Αθήνα, 1998)

 

 

δηὖτε, το τώρα και το διαρκές στη Σαπφώ και στη Λυρική Ποίηση
Σαπφώ, Fresco από την Πομπηία που θεωρείται ότι αποδίδει τη Σαπφώ
Νωπογραφία (affresco ), από την Πομπηία που θεωρείται ότι αποδίδει τη Σαπφώ

 

Το επίρρημα των δύο χρόνων

 

Η λέξη δηὖτε είναι χαρακτηριστική στην Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση. Ιδιαίτερα αγαπητή είναι στον Αλκμάν και στη  Σαπφώ. Το Liddell – Scott μας πληροφορεί ότι η λέξη προέρχεται από την κράση του δή και του αὖτε. Το μόριο δή σημαίνει “τώρα, τώρα δα, ήδη έως τώρα” . Το αὖτε σημαίνει “πάλι, από την αρχή πάλι, πάλι ξανά”. Η κράση ως φαινόμενο είναι συχνή στην Αρχαία Ελληνική. Κυρίως εμφανίζεται για λόγους ευφωνίας.

 

Το Οξύμωρο 

 

Στην περίπτωση του δηὖτε παρατηρούμε ότι κάθε συνθετικό  από το οποίο σχηματίζεται η λέξη έχει διαφορετικό σημείο εκκίνησης στο χρόνο. Η πρώτη είναι έντονα παροντική. Χρησιμοποιείται για να δοθεί έμφαση σε αυτήν εδώ τη στιγμή, σε ό,τι συμβαίνει στο παρόν και μόνο σε αυτό.

Το δεύτερο συνθετικό μας οδηγεί στην επανάληψη, στο μοτίβο που διαρκώς επαναλαμβάνει τον εαυτό του και του οποίου οι ρίζες του χάνονται στο παρελθόν. Άρα το “δη” τοποθετεί τον ακροατή ή αναγνώστη του ποιήματος στο τώρα. Χρόνος και τόπος είναι το τώρα. Το “αὖτε” παίρνει το τώρα, τον απόλυτο ενεστώτα του ποιήματος και το τοποθετεί σε μια αλυσίδα όμοιων, αναγνωρίσιμων ενεργειών. Του προσδίδει ιστορικότητα.

 

Η Ένταση 

 

Αυτή η σύνθεση δημιουργεί μια έντονη αίσθηση, δραματοποιεί το βίωμα. Για μια στιγμή κάτι εντελώς νέο εισβάλλει στην πραγματικότητά μας. Ετοιμαζόμαστε να το αφουγκραστούμε. Αμέσως όμως καταλαβαίνουμε. Πρόκειται για την επανάληψη, κάτι που συνέβη ξανά και ξανά. Οι λυρικοί ποιητές αγαπούν πολύ αυτή τη λέξη. Την εισάγουν συχνά, ειδικά στα ερωτικά τους ποιήματα.

 

Σαπφώ

 

Γράφει η Σαπφώ στο απόσπασμα 130 Lobel Page

 

Ἔρος δηὖτέ μ᾽ ὀ λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον

Ο Έρωτας – τώρα και πάλι ξανά –

αυτός που λύνει τα μέλη

δονεί με

πλάσμα γλυκόπικρο

ανίκητο σε μάχη

 

Το “δηὖτε” εδώ λειτουργεί ως ένας αναστεναγμός. Μακρόσυρτος από τη σύζευξη των λέξεων, τοποθετημένος στην αρχή μετά ακριβώς από το τυπικό υποκείμενο του ποιήματος (Έρως). Η ποιήτρια αντιλαμβάνεται την απειλή και γνωρίζει ότι είναι πια αργά. Είναι ένα μοτίβο που έχει ξαναζήσει. Επανέρχεται έρπον, πυκνό. Πάντοτε γνώριμο, όσες μορφές και αν αλλάξει.

 

Η Σαπφώ θα χρησιμοποιήσει τη λέξη και στο αριστουργηματικό απόσπασμα Lobel Page 22.9-13

 

Κέλομαί σε Γογγύλα

πέφανθι λάβοισα μα

γλακτίναν, σέ δηύτε

πόθος τ [έαυτος] αμφιπόταται.

Τάν κάλαν, ά γαρ κατάγωγις

αύτα επτόαισ’ ίδοισαν

έγω δέ χαίρω

καί γάρ αύτα δή

τόδε μέμφεταί σοι Κυπρογένεια.

 

 

Σε φωνάζω Γογγύλα

Φανερώσου πάλι κοντά μου

Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,

νά ‘ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν όμορφη,

και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,

μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.

 

( Μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη )

 

Ο Μάνος Χατζηδάκις μελοποίησε αριστουργηματικά το ποίημα. Η υπέροχη Φλέρυ Νταντωνάκη στην αξεπέραστη ερμηνεία της.

 

 

Αλκμάν

 

Ο Σπαρτιάτης ποιητής Αλκμάν γράφει:

 

Ἔρως με δηὖτε Κύπριδος ϝέκατι
γλυκὺς κατείβων καρδίαν ἰαίνει.

 

Ο έρωτας – παλι ξανά – ορμή της Αφροδίτης

γλυκός με πλημμυρίζει

ζεσταίνει την καρδιά  μου

 

Κάθε ένα από αυτά τα ποιήματα είναι εγρήγορση της τωρινής στιγμής, η οποία ανασύρει την ηχώ του παρελθόντος, πιο ζωντανή από ποτέ. Ο ποιητής κατορθώνει – όπως τονίζει η μεγάλη ποιήτρια και Ελληνίστρια Anne Carson  στο βιβλίο της Eros the bittersweet – να σταθεί παράμερα, να μην αφομοιωθεί απόλυτα από την προσωπική εμπειρία αλλά να δημιουργήσει ένα χώρο μες τον οποίο υπάρχει απόσταση, μπορεί να αναπνεύσει.

 

Αυτή η τεχνική δίνει στα ποιήματα μεγάλη δραματική ένταση. Οι στιγμές είναι πραγματικές και ταυτόχρονα αποκομμένες από τον πραγματικό χρόνο. Όλα είναι βίωμα και υπάρχει ο χώρος να απλωθεί μες τις ψυχές των ακροατών και των αναγνωστών.

 

Κατά την Anne Carson δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Λυρικοί Ποιητές ανήκουν σε εκείνη τη γενιά η οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γραφή για να αποτυπώσει τη σκέψη και την τέχνη της. Η πράξη του προφορικού λόγου χαρακτηρίζεται από το εφήμερο, το πέταγμα, τη μόνιμη απώλεια της συλλαβής ήδη από τη στιγμή που έφυγε από τα χείλη μας.

 

Το αποτύπωμα της Γραφής

 

Στην πράξη της Γραφής αλλά και της ανάγνωσης μας δίνεται η δυνατότητα να συλλάβουμε, να χειραγωγήσουμε τη λέξη. Να προχωρούμε στο παρόν έχοντας μπροστά στα μάτια μας το μόνιμο ίχνος της λέξης, ως οντότητας ξεχωριστής και μόνιμης. Η λέξη δεν είναι πια μόνο ο ήχος της. Είναι και το μόνιμο ίχνος, στο οποίο μπορούμε να επιστρέφουμε και να συγκροτούμε τα σημεία που φτιάχνουν μια Ιστορία.

Λέξη παρούσα μόνιμα μα και περαστική. Μια φευγαλέα αίσθηση πως ελέγχουμε το χρόνο. Ψευδαίσθηση φυσικά και όμως αληθινή ως βίωμα  γλυκύπικρον .

 

Anne Carson

 

Μια ενδεικτική βιβλιογραφία για όποια και όποιον θα ήθελε να γνωρίσει τον ποιητικό λόγο της Anne Carson, ο οποίος θα μας συντροφεύσει και άλλες φορές.

Ενδεικτικά:

 

The Beauty of the Husband

 

Plainwater

 

Autobiography of Red

 

Red Doc

 

 

 

 

 

Ο έρωτας στα Χιόνια – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο Έρωτας στα Χιόνια

Την Πρωτοχρονιά του 1895 δημοσιεύτηκε το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – “Ο Έρωτας στα Χιόνια” στην εφημερίδα Ακρόπολις.  Στην απαγγελία είναι ο ηθοποιός Κώστας Καστανάς. Χρόνια πολλά σε όλους.

 

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

 

Ο Έρωτας στα χιόνια

 

Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα.

Και αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς…· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. Το έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «Ο μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν.

Είχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Είχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Μασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.

Κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Είχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Και αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.

Χειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Επάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. Η πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

 Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.

Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Και είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Εγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Είχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

Και είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.

Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας. ― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!… να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια… Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Εφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Εξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Βαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Μαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

Την άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν: ― Ένας Θεός θα μας κρίνη… κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Και είτα μετά στεναγμού προσέθετε: ― Κ’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη. Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Την άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον. ― Άσπρο σινδόνι… να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού… ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας… να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.

Εφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Μασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

Ν’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Να σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

Την άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον. Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος. Ηύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι. Εκλονήθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε: ― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!… Να είχαν οι θηλιές χιόνια… Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη.

Επιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Κατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Το ρόπτρον ήχησε δυνατά. ― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι; Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος. ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή. Το παράθυρον έτριξεν. Ο μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Το παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Μίαν στιγμήν ας αργοπορούσε! Ο μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Εδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!…»

Μόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Εχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος. ― Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε… ζωντανό σοκάκι. Εξεπιάσθη από την λαβήν του. Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

«Είχαν οι φωτιές έρωτα!… Είχαν οι θηλιές χιόνια!» Και το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Και αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος. Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

Πηγή: https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F_%CE%88%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1

Εικαστικό Στο Haiku

Το βιωματικό σεμινάριο “Εικαστικό στο haiku” ολοκληρώθηκε μετά και την τέταρτή μας συνάντηση. Ευχαριστούμε τις φίλες και τους φίλους που μας συντρόφευσαν. Πιο κάτω παραθέτουμε το πρώτο κείμενο, που ήταν και το εισαγωγικό του σεμιναρίου.

 

Μια πρώτη προσέγγιση

 

 

 

Εικαστικό στο haiku: Για το σεμινάριό μας επιλέξαμε αυτόν τον πίνακα Κινέζικης τεχνοτροπίας που θεωρούμε ότι αποδίδει το πνεύμα και την ουσία του haiku- This is a Chinese ink brush painting- Bamboo. By Malaysian artist Low Guat Lan

 

 

 

Haiku και εικαστικό

Ένας χαρακτηρισμός του όρου haiku, ο οποίος να αποδίδει όχι μόνο τη μορφή αλλά κυρίως την εσωτερική του ομορφιά είναι δύσκολος. Η δυσκολία αυτή υπάρχει κάθε φορά που προσπαθούμε να προσδιορίσυμε μια μορφή τέχνης. Με το haiku έχουμε να αντιμετωπίσουμε την τάση της κριτικής ( στο παρελθόν κυρίως ), να το υποβαθμίζουν εστιάζοντας στη μορφή μόνο και θεωρώντας πως έχει μια περιορισμένη λειτουργία, ως εκπρόσωπος μιας συγκεκριμένης κουλτούρας και παράδοσης.

Το μερίδιο, ωστόσο, στην ομορφιά, στη χαρά και στη γαλήνη , το οποίο αναλογεί δεν είναι και τόσο μεγάλο, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να προσπεράσουμε, χωρίς να προσεγγίσουμε μια μορφή τέχνης που μας τα προσφέρει απλόχερα.. Ο πιο φημισμένος ποιητής haiku, ο Basho επισημαίνει σε κάποιο σημείο. “ από τα πιο αρχαία χρόνια, ο άνθρωπος που αγαπά το ξεκάθαρο και εκλεπτυσμένο, ο άνθρωπος που αναζητά την πρώτη ουσία των πραγμάτων, βρίσκει χαρά εδώ”.

Το haiku είναι μια κορυφαία τέχνη στην Ιαπωνία και ένας λόγος είναι η δύναμή του, μια δύναμη εικαστική. Οι ομοιότητές του με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία είναι έντονες. Αυτό διαγράφεται και στην αισθητική και στην εκδήλωσή του. Κάθε φορά που παρατηρούμε έναν παλιό πίνακα από έναν Κινέζο ζωγράφο της δυναστείας των Tang – κυρίως τις μονόχρωμες γκραβούρες με σινική μελάνη – η ομορφιά μας συνεπαίρνει, γινόμαστε ένα με την εικόνα. Νοιώθουμε μπροστά στην εικόνα, μπροστά στο μαύρο και το άσπρο, μπροστά στις λεπτές διαβαθμίσεις του γκρίζου μια εμπειρία σχεδόν μυστικιστική και ωστόσο λεπταίσθητη, απαλή.

 

Η Εικόνα

 

Διαφορετικά από την ελαιογραφία το σχέδιο γεμίζει τον χώρο, αφήνοντάς του χώρο, αναπνοή. Καθώς το πλοιάριο ανεβαίνει τον ποταμό και παίρνει μορφή μέσα στην ασημένια ομίχλη, αχνές γραμμές από τα μακρινά βουνά εμφανίζονται. Για μια στιγμή χορεύουν. Οι γραμμές της παγόδας, σκληρές και πιο πυκνές μας κρατούν ήρεμους στην πραγματικότητα, όπως την ξέρουμε. Γύρω της τα πάντα κυλούν.

Την ομορφιά της εικόνας είναι πιο εύκολο να την εκτιμήσουμε. Ακόμα και το απαίδευτο βλέμμα μπορεί να νοιώσει απλά κοιτώντας την. Είναι ενστικτώδες, άμεσο. Το χρώμα, το σχέδιο προσλαμβάνεται αυτούσιο, άμεσα, αδιαμεσολάβητα. Για μια στιγμή τίποτα δεν κρίνεται, η αίσθηση είναι γυμνή. Ίσως μετά να έρθουν τα λόγια, η σκέψη. Εκείνη η στιγμή όμως, κρατά τη μαγεία, είναι ολοκληρωμένη. Θα συμφωνήσουμε με τον Croce, τον Dewey και άλλους στοχαστές ότι το έργο της τέχνης μόνο έτσι βιώνεται, μόνο μέσα από την άμεση αντίληψη, μέσα από το βίωμα χωρίς τη συνειδητή προσπάθεια, την εκλογίκευση.

 

Οι προσλαμβάνουσες της ποίησης

 

Αυτό συμβαίνει και με την ποίηση. Ή αυτό θα έπρεπε να συμβαίνει. Σε έναν βαθμό που δεν μπορούμε να συλλάβουμε στη Δύση εύκολα, αυτός είναι ο τρόπος που στην παράδοση του ζεν το haiku βιώνεται. Ο Δυτικός αναγνώστης αδυνατεί να συλλάβει τη φύση του ποιήματος χωρίς εκλογίκευση. Να νοιώσει τα συναισθήματα να αναπτύσσονται μέσα από τα αντικείμενα, τους ήχους, τις οσμές και τις σκιές. Να φύγει από το σύμβολο, να νοιώσει την ύλη.

Η Βικτωριανή εποχή άφησε κατάλοιπο ότι είναι απαραίτητη μια εξήγηση για την ύπαρξη, αλλιώς η ύπαρξη είναι κενή. Ακόμα και ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη συχνά να αιτιολογήσει, να ερμηνεύσει. Και όμως η λέξη είναι ύλη. Όταν αιτιολογούμε την κάνουμε βουβή.

 

 

Ερμηνεύοντας την Ποίηση ως Ποίηση

 

Άλλες φορές προσπαθούμε να αποδείξουμε την αξία της ποίησης σε σχέση με την επιστήμη, επιμένοντας στην όποια διδακτική, ανθρωπιστική ή παιδαγωγική λειτουργία της. Ο Allen Tate κάποτε είπε ότι προσπαθούμε να αιτιολογήσουμε την ύπαρξη της ποίησης “ αποδεικνύοντας” ότι είναι κάτι άλλο, ακριβώς όπως έχουμε εκλογικεύσει την ύπαρξη της θρησκείας, ως μια μορφή πρωτόγονης επιστήμης. Μοιάζει να υπάρχει ένας λανθάνων φόβος ότι η συνολική εμπειρία, η άμεση, δεν είναι αρκετή, όπως και εμείς συχνά αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε αρκετοί χωρίς επιτεύγματα και ιδιότητες να μας συνοδεύουν.

Θα ήταν ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πότε ο σχολιασμός καταστρέφει ανεπανόρθωτα την αίσθηση, πότε είναι βία. Όταν ο μεγάλος Ιρλανδός ποιητής Yeats έγραψε το ποίημα “ Blood and the moon” αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις και να σχολιάσει το περιεχόμενό του. Και εάν για εμάς εδώ στη Δύση ενσκήπτει ο προβληματισμός του τι μπορούμε να σχολιάσουμε και σε ποιο επίπεδο, τα πράγματα είναι απλά για τον ποιητή, τον ακροατή και τον αναγνώστη του haiku. Κανένας σχολιασμός, συμπέρασμα κανένα. Η ύλη του ποιήματος, γυμνή απόλυτη να αναδυθεί.

 

Η Τέχνη δεν οφείλει να εξηγεί

 

Όσο ξένη και αν μας είναι αυτή η αντίληψη, μπορεί ωστόσο να μας βοηθήσει να ξαναδούμε την ποίηση ως αυτό που είναι. Κάτι που μας διαφεύγει. Ας δούμε ένα ποίημα του William Carlos Williams, ενός ποιητή που ήθελε η φόρμα του ποιήματος να αναδεικνύεται γυμνή, απόλυτη, χωρίς εξηγήσεις. Σύμφωνα με τα λόγια του: “ Κάθε μορφή τέχνης είναι αντικειμενική. Δεν ισχυρίζεται, δεν εξηγεί. Παρουσιάζει”. Και όμως, ο πρώτος στίχος από το παρακάτω δικό του ποίημα είναι επεξηγηματικός

so much depends
upon
a red wheel
barrow
glazed with rain
water
beside the white
chickens

Ας συγκρίνουμε αυτούς τους στίχους με το haiku του Basho

On a withered bough
a crow alone is perching
autumn evening now

Σε ελεύθερη απόδοση

Στο μαραμένο κλαδί
το κοράκι μόνο κουρνιάζει
φθινόπωρο πια

Ξεκάθαρο είναι εδώ το πόσο η εικόνα βασίζεται στο κοράκι που κουρνιάζει στο κλαδί. Ο Basho ακολουθώντας τις αρχές της ποίησής του δεν το κατονομάζει, αποκαλύπτει άμεσα τη σημασία του μέσα από τα απτά αντικείμενα. Ο ίδιος θα πει: “ Το haiku που αποκαλύπτει το εβδομήντα με ογδόντα τοις εκατό από τον θέμα του είναι καλό. Αυτό που αποκαλύπτει το πενήντα με εξήντα, ποτέ δεν το εξαντλούμε” Κάθε φορά το ξαναγράφουμε μέσα στα σκόπιμα κενά.

Με τις αισθήσεις, άμεσα συλλαμβάνουμε ότι ο αέρας είναι πεντακάθαρος στο ποίημα του Basho. Ο ουρανός αντανακλά, σκληρός καθρέφτης. Στην ησυχία ξεκάθαρο προβάλλει στα χρώματα της δύσης, μοναχικό το δέντρο. Στην άκρη σε ένα κλαδί σχεδόν νεκρό το κοράκι. Μια υπέρτατη μοναξιά είναι εκεί, μελαγχολία ήρεμη, αποδοχή.

 

Τα τρία Αντικείμενα

 

Στους τρεις στίχους τρία αντικείμενα, τρεις υπάρξεις. Το κλαδί, το κοράκι, το φθινοπωρινό απόγευμα. Όλα αποπνέουν το ίδιο συναίσθημα, όλα χορεύουν στον ίδιο ρυθμό. Και εμείς μαζί. Δεν χρειαζόμαστε κάποια επεξήγηση. Αυτή μόνο το βίωμα θα σκοτεινιάσει. Και βέβαια ακούμε το ποίημα, δεν αναζητούμε μεταφορά ή κάτι παρόμοιο για να κατανοήσουμε την εικόνα, μόνο αφήνουμε τα αντικείμενα να αγγίζουν το δέρμα μας, να υπάρξουν.

Όταν το ποίημα είναι όμορφο, όταν η εικόνα είναι όμορφη πόσο γελοίο θα ήταν να αναφωνεί ο ποιητής “ μα κοιτάξτε πόσο όμορφο είναι” . Όταν η εικόνα είναι θλιβερή, δεν θέλουμε από αυτόν να την κατονομάσει. Να τη δημιουργήσει θέλουμε. Η κατανόησή μας, η ευαισθησία του καθενός μας θα συμπληρώσει τα κενά. Κάθε φορά που διαβάζεται το ποίημα, ξαναγράφεται. Και με έναν παράξενο τρόπο μοιάζει να δυναμώνουμε και εμείς και η εικόνα μ’αυτόν τον τρόπο προσέγγισης. Είναι όμως και ο πιο δύσκολος.

 

Τα Ποιήματα

Ας δούμε και εδώ

Underneath the eaves
a blooming large hydrangea
overbrims its leaves

μια ελεύθερη απόδοση

Κάτω από τις μαρκίζες
η πυκνή ανθισμένη ορτανσία
απλώνει τα φύλλα της

Η ορτανσία απλώνει τα φύλλα της, γύρω απ’το σπίτι. Η εικόνα είναι παντού. Ακούμε σχεδόν το θρόισμα, και εμείς είμαστε μέσα στο άπλωμά της. Ένα φως αντανακλάται στο ποίημα. Εικόνα ξεκάθαρη, εικόνα που μας περιλαμβάνει. Συμμέτοχοι στη γιορτή.

Το επόμενο

scattered the peony
one beside another pile
petals two or three

και πάλι ελεύθερα

διάσπαρτη η παιωνία
σχήμα το ένα δίπλα στο άλλο
πέταλα δύο ή τρία

Η ομορφιά της παιωνίας είναι έκδηλη. Ο πλούτος του άνθους τραβά την προσοχή μας σχεδόν μαγικά. Καθώς βλέπουμε τα πέταλα να σχηματίζουν τα σχήματα, αντί να στέκονται ήρεμα το ένα πάνω στο άλλο, αισθανόμαστε την κίνηση το μικρό βάρος που κάνει τα πέταλα να σχηματίζουν εικόνες , τις ζωντανές ρωγμές. Και ο αριθμός των πετάλων. Η εικόνα είναι πλέον εντυπωμένη.

Και το χρώμα μπορεί να αποδοθεί στο haiku με έναν τρόπο που να θυμίζει πίνακα.

In the twilight gloom
of the redwood and the pine
some wisterias bloom

σκυθρωπό λυκόφως
κάτω από τις καστανιές και τα πεύκα
γλυσίνες ανθίζουν.

 

To haiku αγγίζει

Το άγγιγμα του λυκόφωτος είναι παντού. Οι γλυσίνες απλώνουν τα φύλλα τους μες το σκοτάδι που επιτείνουν οι βαριές σκιές των καστανιών και των πεύκων. Το γλυκό μωβ του λουλουδιού αναδεικνύεται τρυφερό στο άγγιγμα και στη σκέψη. Μοιάζει με πίνακα που τα χρώματα συνομιλούν, το ένα ανταύγεια του άλλου.

Μοιάζει λοιπόν το haiku με την εικαστική τέχνη στο σύνολό της. Το θέμα του είναι το αντικείμενο και μόνο, χωρίς σχόλιο, χωρίς την επιθυμία να παρουσιαστεί ως κάτι άλλο από την ουσία του, από αυτό που είναι. Ταυτόχρονα δεν είναι ποτέ μια πιστή αναπαράσταση. Όπως και ο φωτογράφος και ο ζωγράφος παρουσιάζει, δεν περιγράφει. Το κάνει αυτό εντοπίζοντας τα σημεία που η συναισθηματική δύναμη του αντικειμένου ή της σκηνής κρύβεται.

Αυτά τα σημεία, σημεία μιάς δύναμης κενής αποδίδουν την εμπειρία του, ώστε όλες οι λεπτομέρειες να συμπληρωθούν από τον ακροατή, τον αναγνώστη. Το ποίημα ζει στο σημείο τομής. Είναι σημείο συνάντησης, διαρκώς μεταβαλλόμενο, διαρκώς διαφεύγον. Ο ζωγράφος, ο φωτογράφος, ο ποιητής δεν μας δίνει νόημα. Μας δίνει τα αντικείμενα καθαυτά τα οποία ενσωματώνουν το νόημα, αφού αυτός έτσι τα αισθάνθηκε.

Διαβάζοντας ένα τέτοιο ποίημα μπορούμε να νοιώσουμε την αλήθεια των στίχων του Wordsworth “ For me the meanest flower can give thoughts that do often lie too deep for tears”

μέσα μου συχνά
το σκληρότερο λουλούδι
σκέψεις μπορεί να δώσει
τόσο βαθιά απλωμένες
για να παράγουν δάκρυ

Ο T.S. Eliot απαγγέλλει

Ο T.S. Eliot απαγγέλλει το ποίημά του The  hollow menΗ μετάφραση είναι του Γιώργου Σεφέρη. Ο Έλληνας ποιητής ανέπτυξε στενή σχέση με τον Eliot. Υπήρξε ο μεταφραστής του στα Ελληνικά. Ο ίδιος ποτέ δεν έκρυψε και το θαυμασμό του για τον Βρετανό ομότεχνό του αλλά και την βαθύτατη επίδραση που άσκησε στη γραφή της δικής του ποίησης.

 

Η τελευταία στροφή

 

Η τελευταία στροφή του ποιήματος θεωρείται ότι σημαδεύει τον αιώνα που έφυγε. Σπαραχτική μες την απλότητά της.

 

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

έτσι τελειώνει ο κόσμος

έτσι τελειώνει ο κόσμος

όχι με έναν κρότο, μα με έναν λυγμό

 

 

Ο T.S. Eliot απαγγέλλει : Η μετάφραση του Σεφέρη

 

Θα παραθέσουμε δύο μεταφράσεις. Ξεκινάμε από την κλασική, (αυτή που υπάρχει και στο video) του Γιώργου Σεφέρη.

 

 

Ο T.S. Eliot απαγγέλλει: Επιλέξαμε για τ κείμενο με τις μεταφράσεις του ποιήματος "the hollow men" να παραθέσουμε μια φωτογραφία από το 1934. Φωτογράφος η lady Ottoline Morrell

 

Οι κούφιοι άνθρωποι

 

“Κύριο Κουρτς – πέθανε”

Μια δεκάρα για τον Γέρο – Γκάη

 

Ι

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι

Που σκύβουμε μαζί

Καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα. Αλίμονο!

Οι στεγνές μας φωνές

Σαν ψιθυρίζουμε μαζί

Είναι ήσυχες και ασήμαντες

Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι

Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι

Μες το ξερό μας το κελάρι.

 

Μορφή χωρίς σχήμα,

Σκιά δίχως χρώμα,

Παραλυμένη Δύναμη

Γνέψιμο χωρίς κίνηση

 

Εκείνοι που ταξίδεψαν

Με ίσιες ματιές,

στου θανάτου την άλλη Βασιλεία

Μας θυμούνται – α! θυμούνται –

όχι σα να’ μαστε χαμένες

Παράφορες ψυχές, μα μοναχά

Οι κούφιοι ανθρώποι

Οι παραγεμισμένοι ανθρώποι.

 

ΙΙ

Μάτια που δεν μπορώ

ν’ αντικρίσω στα όνειρα

Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων

Αυτά δεν φανερώνονται:

Εκεί, τα μάτια είναι

Ήλιος σε σπασμένη στήλη

Εκεί, ένα δέντρο σείεται

Και οι φωνές είναι

Στου αγέρα το τραγούδισμα

Πιο απόμακρες…πιο επίσημες

Από τ’ άστρο που σβήνει.

 

Ας μην έρθω κοντύτερα

Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων

Κι αν φορέσω ακόμη

Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα

Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,

σταυρωτά ραβδιά

Σ’ ένα χωράφι

Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος

Όχι κοντύτερα –

 

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα

στη δειλινή βασιλεία

 

ΙΙΙ

Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα

Τούτη είναι του κάκτου η χώρα

Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα

Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται

Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου

Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

 

Έτσι είναι τα πράγματα

Στου θανάτου την άλλη βασιλεία

Ξυπνάς μοναχός

Την ώρα εκείνη

που τρέμεις τρυφερός

Χείλια που θα φιλούσαν

Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

 

IV

Δεν είναι εδώ τα μάτια

Εδώ δεν είναι μάτια

Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν

Στο κούφιο αυτό λαγκάδι

Τούτη η σπασμένη σιαγών

απ’ τις χαμένες βασιλείες μας

 

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα

Μαζί ψηλαφούμε

Και αποφεύγουμε τα λόγια

Μαζεμένοι στην άκρη

του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός

Αν ξαναφανούν τα μάτια

Σαν τ’ άστρο τοαιώνιο

Το εκατόφυλλο ρόδο

Της δειλινής βασιλείας του θανάτου

Η ελπίδα μόνο

Άδειων Ανθρώπων.

 

V

 

Γύρω – γύρω όλοι

Στη μέση το Φραγκόσυκο

Φραγκόσυκο

Γύρω γύρω όλοι

Στις πέντε την αυγή

 

Ανάμεσα στην ιδέα

Και στο γεγονός

Ανάμεσα στην κίνηση

Και στη πράξη

Η Σκιά πέφτει

 

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

 

Ανάμεσα στη Σύλληψη

και της δημιουργίας

Ανάμεσα στη Συγκίνηση

Και στην ανταπόκριση

Η Σκιά πέφτει

 

Η ζωή είναι μακριά πολύ

 

Ανάμεσα στον πόθο

και στον σπασμό

Ανάμεσα στη δύναμη

και στην ύπαρξη

Ανάμεσα στην ουσία

και στην κάθοδο

Η Σκιά πέφτει

 

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

 

Ότι Σου εστίν

Είναι η ζωή

Ότι Σου εστίν η…

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Όχι με έναν βρόντο

μα μ’ ένα λυγμό

 

 

Η Μετάφραση του Γιάννη Αντιόχου

 

Κύριο Κουρτς – πέθανε

Μια δεκάρα για τον γέρο – Γκάι

 

I

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι

Γέρνοντας μαζί

Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!

Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν

Μαζί ψιθυρίζουμε

Είναι βουβές και άσκοπες

Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι

Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά

στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,

Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση

Εκείνοι που διέσχισαν

Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία

Μας θυμούνται – όπως ήμασταν – όχι σαν χαμένες

λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά

Σαν τους κούφιους ανθρώπους

Τους παραφουσκωμένους ανθρώπους.

 

ΙΙ

 

Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω

Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο

Αυτά δεν εμφανίζονται:

Εκεί, τα βλέμματα είναι

Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα

Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται

Και υπάρχουν φωνές

Στου ανέμου το τραγούδι

Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές

Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.

Ας μη βρεθώ πιο κοντά

Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο

Κι ακόμα ας ντυθώ

Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση

Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού, σανίδια σταυρωτά

Σε ένα λιβάδι

Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει

Όχι πιο κοντά –

όχι αυτή η τελική συνάντηση

Στο βασίλειο του λυκόφωτος.

 

ΙΙΙ

 

Αυτή είναι η νεκρή χώρα

Αυτή είναι του κάκτου η χώρα

Εδώ τα λίθινα ειδώλια

Υψώνονται, εδώ δέχονατι

Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου

Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.

Κάπως έτσι είναι

Στου θανάτου την άλλη βασιλεία

Ξυπνάς μοναχός

Εκείνη την ώρα που εμείς

τρέμουμε με τρυφερότητα

Χείλη που θα φιλούσαν

Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.

 

IV

 

Τα βλέμματα δεν είναι εδώ

Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα

Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν

Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα

Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας

Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης

Μαζί ψαχουλεύουμε

Και αποφεύγουμε τα λόγια

Συγκεντρωμένοι στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού

Τυφλοί, εκτός κι αν

Τα μάτια επανέλθουν

Όπως το αιώνιο άστρο

Ρόδο εκατόφυλλο

Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας

Η ελπίδα μόνο

Των κενών ανθρώπων.

 

V

 

Γύρω – γύρω όλοι

Φραγκόσυκο στη μέση

Γύρω – γύρω όλοι

Στις πέντε ξημερώνει

 

Μεταξύ της ιδέας

Και της πραγματικότητας

Μεταξύ της κίνησης

Και της πράξης

Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Μεταξύ της επινόησης

Και της δημιουργίας

Μεταξύ του αισθήματος

Και της ανταπόκρισης

Ενσκήπτει η Σκιά

Η ζωή είναι μακριά πολύ

 

Μεταξύ της επιθυμίας

Και του σπασμού

Μεταξύ της ισχύος

Και της ύπαρξης

Μεταξύ της ουσίας

Και της πτώσης

Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν

Είναι η ζωή

ότι Σου εστίν

 

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

 

Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα

 

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

 

 

Η μετάφραση καθρεφτίζει

 

Έχει ειπωθεί πως κάθε εποχή είναι αναγκαίο να παραδίδει τη δική της μετάφραση στα σπουδαία λογοτεχνικά έργα. Είτε μεταφράζουμε σύγχρονη ποίηση, είτε Όμηρο, είτε Σαπφώ, με κάθε νέα μετάφραση ο άνεμος της εποχής μεταδίδεται και το έργο ξαναζεί. Η θαυμάσια μετάφραση του Γιάννη Αντιόχου σέβεται την κλασική μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. Την αισθανόμαστε, ωστόσο, πιο οικεία και έτσι το έργο έρχεται κοντά μας.

Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι δε νοείται πλέον μια μετάφραση ποίησης στην οποία να μην παρατίθεται και το πρωτότυπο. Η δίγλωσση μετάφραση είναι η μόνη αποδεκτή, καθώς με την παράθεση του πρωτότυπου κειμένου ο αναγνώστης συμμετέχει στη δημιουργική διαδικασία. Ταυτόχρονα ο μεταφραστής έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί πιο ελεύθερα καθώς το πρωτότυπο κείμενο είναι στη διάθεση του αναγνώστη, ο οποίος δεν επαφίεται μόνο στη δουλειά του μεταφραστή για να έρθει σε άμεση επαφή με το κείμενο.

Τμήματα Αποφοίτων Ανθρωπιστικής Κατεύθυνσης

Τα Τμήματα Αποφοίτων Ανθρωπιστικής Κατεύθυνσης

 

Στο Φιλολογικό λειτουργούν ειδικά τμήματα αποφοίτων Ανθρωπιστικής Κατεύθυνσης. Η διδασκαλία είναι εξατομικευμένη. Εστιάζουμε στην ενίσχυση των δυνατών σημείων και φυσικά στην κάλυψη των κενών.

Υπάρχουν και πρωινά Τμήματα Αποφοίτων Ανθρωπιστικής Κατεύθυνσης και απογευματινά στην περίπτωση που ο απόφοιτος εργάζεται. Σε αυτό το πλαίσιο έχουμε εντάξει και την διαδικτυακή εκπαίδευση, η οποία παρέχεται σε πραγματικό χρόνο και σε συνδυασμό με εβδομαδιαίες συναντήσεις στον χώρο του Φροντιστηρίου. Η εξατομικευμένη βοήθεια προσφέρεται σε όλους τους μαθητές μας.

Είναι σίγουρο ότι δίνεται η δυνατότητα μέσα από τα εξειδικευμένα Προγράμματα Σπουδών να πετύχουμε τους στόχους μας πιο συνειδητοποιημένοι και ξεκάθαροι όσον αφορά τις επιλογές μας.

 

Τμήματα Αποφοίτων Ανθρωπιστικής: Διαλέξαμε ένα μικρό κόμικ που παρουσιάζει την έναρξη τμημάτων αποφοίτων ανθρωπιστικής και τα ειδικά τμήματα έκθεσης με το λογότυπο και τα χρώματά μας.

 

Ο Προγραμματισμός των Ωρών

 

Οι ώρες διδασκαλίας έχουν να κάνουν με το επίπεδο και τους στόχους του κάθε υποψήφιου. Ως Εξειδικευμένο Φροντιστήριο Κατεύθυνσης Ανθρωπιστικών Σπουδών το Φιλολογικό έχει τη δυνατότητα να παράσχει ουσιαστική βοήθεια και να βοηθήσει την υποψήφια και τον υποψήφιο με μια έξυπνη και σωστή κατανομή ωρών.

 

 

Οι Σταθερές 

 

Υπάρχουν κάποιες σταθερές που πρέπει να τηρούνται, όταν βρισκόμαστε στη διαδικασία να δώσουμε εξετάσεις ξανά.

 

  • Η Διαχείριση του Χρόνου: Συνήθως ο χρόνος για μελέτη είναι περισσότερος. Ωστόσο, δεν υπάρχει η κανονικότητα και ο ρυθμός που δίνει η καθημερινότητα του σχολείου. Αυτό κάνει τον ρόλο του Φροντιστηρίου ακόμα πιο σημαντικό, καθώς είναι ο οργανισμός που κατευθύνει και δίνει τον απαραίτητο ρυθμό στο διάβασμα.

 

  • Οι Γραπτές Δοκιμασίες: Τα διαγωνίσματα και τα tests σε εβδομαδιαία βάση είναι απαραίτητα. Είναι ο μόνος τρόπος για να επιτύχουμε αφενός τη βελτίωση, αφετέρου να γνωρίζουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα το πραγματικό μας επίπεδο και αναλόγως να προσαρμόζουμε τη προσπάθειά μας,

 

  • Η Έκθεση: Ειδικά για τον υποψήφιο της Ανθρωπιστικής, είναι απαραίτητο να γράφει το Εβδομαδιαίο Κριτήριο, το οποίο επιμελείται και διορθώνεται από δύο διδάσκοντες. Στο Φιλολογικό δίνουμε τη δυνατότητα στους μαθητές μας να γράφουν το Κριτήριό τους στο χώρο του Φροντιστηρίου. Αυτό βοηθά και στη Διαχείριση του Χρόνου και στην ποιότητα του κειμένου.

 

 

Έκθεση για τους Αποφοίτους των άλλων Κατευθύνσεων:

Το Φιλολογικό είναι σίγουρα ο κατάλληλος εκπαιδευτικός οργανισμός για την απόφοιτη και τον απόφοιτο που ενδιαφέρονται σοβαρά να βελτιωθούν στο Μάθημα της Έκθεσης. Είναι σίγουρα το πιο ρευστό μάθημα των Πανελληνίων Εξετάσεων και αυτό στο οποίο ο σπουδαστής της Θετικής ή της Οικονομικής Κατεύθυνσης μπορεί να κάνει τη διαφορά.

Στο Φιλολογικό λειτουργούν ανεξάρτητα τμήματα Έκθεσης για όλες τις Τάξεις και τις Κατευθύνσεις.

Ξενάγηση στον Κεραμεικό

Ξενάγηση στον Κεραμεικό

Στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών εκδηλώσεων του Φροντιστηρίου μας θα μεταβούμε στις 23 Σεπτεμβρίου στον Αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού για να παρακολουθήσουμε ξενάγηση και να περιηγηθούμε σε ένα από τα ωραιότερα σημεία της αρχαίας Αθήνας. Δηλώσεις συμμετοχής στη γραμματεία μας.

 

 

Ξενάγηση στον Κεραμεικό: Γαι την επίσκεψή μα στον Κεραμεικό επιλέξαμε τη φωτογραφία μαις επιτύμβιας στήλης που υπάρχει στον αρχαίο χώρο.

Η Ιστορία της Τοποθεσίας

 

Ο τόπος που ονομάζουμε Κεραμεικό ήταν τμήμα των αρχαίου Δήμου των Κεραμέων. Ήταν από τους μεγαλύτερους της αρχαίας Αθήνας και βρισκόταν στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης. Ο χώρος του Κεραμεικού περιβάλλεται σήμερα από τις οδούς Ερμού, Πειραιώς και Ασωμάτων. Από το όνομα του Δήμου γίνεται εύκολα αντιληπτό το όνομά του, ότι ο Δήμος ΄ταν τόπος εγκατάστασης αγγειοπλαστών και αγγειογράφων. Τα περισσότερα από τα περίφημα αγγεία εκείνης της περιόδου παρήχθησαν στην περιοχή του Κεραμεικού.

 

 

Ο ποταμός Ηριδανός

 

Η διαμόρφωση του τόπου και οι δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν εκεί οφείλονται εν πολλοίς στην παρουσία του ποταμού Ηριδανού. Εξαιτίας της ροής του μικρόυ ποταμού τα εδάφη ήταν αργιλώδη, άρα και κατάλληλα για την αγγειοπλαστική. Ο Ηριδανός, που ρέει σήμερα μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, είχε εξαφανιστεί επί αιώνες, θαμμένος από επιχώσεις 8-9 μ. έως δηλαδή τη σημερινή στάθμη της οδού Ερμού. Έμεινε θαμμένος μέχρι το 1960 και αποκαλύφτηκε με τις ανασκαφές.

 

Τόπος Ταφής

 

Σταδιακά ο Κεραμεικός μετατράπηκε στο νεκροταφείο της πόλεως των Αθηνών. Ο ποταμός πλημμύριζε συχνά και αυτό απέτρεπε την εγκατάσταση. Η παραγωγή των αγγείων συνεχίστηκε αδιάλειπτα. Οι αρχαιότεροι τάφοι χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (2700-2000 π.Χ.). Από την Υπομυκηναϊκή περίοδο (1100-1000 π.Χ.) και εξής το νεκροταφείο αναπτύσσεται συνεχώς. Κατά τη Γεωμετρική (1000-700 π.Χ.) και Αρχαϊκή (700-480 π.Χ.) περίοδο οι τάφοι πληθαίνουν, εντάσσονται σε ταφικούς τύμβους. Επίσης, παρατηρούμε την ανάπτυξη Ταφικών Μνημείων. Από την Ελληνιστική περίοδο έως τους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους (Από το 338 π.Χ. έως περίπου τον 6ο αι. μ.Χ.) συνεχίστηκε αδιάκοπα η λειτουργία του νεκροταφείου στον ίδιο χώρο.

 

Σημαντικές Τοποθεσίες στην Περιοχή

  • Οι Θριάσιες Πύλες: Συνέδεε τον Έσω Κεραμεικό με τον Έξω
  • Η Ιερά Πύλη, από όπου περνούσε η Ιερά οδός, στην πορεία για την Ελευσίνα.
  • Το Δίπυλο, από όπου περνούσε η πομπή των Παναθηναίων.

 

Εικονική Παρουσίαση:

Κάποιες διαφάνειες που απεικονίζουν την πιθανή μορφή του Κεραμεικού:

Η Ιερά πύλη και ο Ποταμός Ηριδανός
Βγαίνοντας από την Ιερά Πύλη
Το Δίπυλο

 

Πιθανή Μορφή Τάφων

Το Δημόσιο Σήμα

Το Δημόσιο Σήμα, τόπος Εκφώνησης των Επιταφίων

Για το παρόν κείμενο αντλήσαμε πληροφορίες και φωτογραφίες από τους εξής διαδικτυακούς τόπους:

https://bit.ly/2NcfmOt

και

http://odysseus.culture.gr/h/3/gh351.jsp?obj_id=2392

Καλώς Ήρθατε στο Blog του Φιλολογικού

Η Οπτική

Ένα blog είναι πάνω απ’ όλα ένας χώρος έκφρασης, πειραματισμού και μοιράσματος.  Το blog του Φιλολογικού Φροντιστηρίου κινείται πάνω σε αυτή την αρχή. Η διδασκαλία είναι καταρχάς επικοινωνία και σεβασμός. Όλα αυτά τα χρόνια μοιραζόμαστε με τους μαθητές μας, όχι μόνο την προσπάθεια για το καλύτερο αποτέλεσμα, αλλά και την αγάπη για όσα μας οδήγησαν στις Ανθρωπιστικές Σπουδές.

Η Φιλοσοφία, η ΄Τέχνη, η Ποίηση αλλά και κάθε τι που μας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο είναι καλό να μοιράζονται. Εδώ, λοιπόν δημοσιεύουμε τα νέα μας και ταυτόχρονα κείμενα δικά μας για θέματα που θέλουμε να μοιραστούμε.

 

Το Blog του Φιλολογικού – Τα Σεμινάρια

 

Το Blog του Φιλολογικού. Για το καλωσόρισμα των επισκεπτών μας επιλέξαμε το έργο του Kandinsky. Σπουδή σε κίτρινο.

Το Φιλολογικό διοργανώνει Σεμινάρια τα οποία αφορούν τον ευρύτερο χώρο των Ανθρωπιστικών Σπουδών. Είτε πρόκειται για την κριτική αποτίμηση μέσα από τη ματιά της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας των μορφών που εκδηλώνεται η κοινωνική ζωή των ανθρώπων, είτε για την ποίηση του Zen η κοινή συνισταμένη είναι η αγάπη μας για τον χώρο και η επιθυμία μας το Φιλολογικό να είναι και ένας χώρος Συνάντησης και Πολιτισμού.

 

Ο Πολυχώρος

Μέσα από το blog του Φιλολογικού μας δίνεται η ευκαιρία να μοιραστούμε πράγματα, να εμβαθύνουμε στα όσα συζητήσαμε και να αναζητήσουμε τα νέα θέματα με τα οποία θέλουμε να ασχοληθούμε. Επιθυμία μας είναι σταδιακά να ενσωματώσουμε κείμενα και έργα των παιδιών που έχουν τελειώσει και συνεχίζουν το δρόμο τους δημιουργώντας.

 

Τι ονομάζουμε Δημιουργία

Η λέξη Δημιουργία είναι ιδιαίτερα φορτισμένη. Πολλές φορές αυτό μας εμποδίζει να εκφραστούμε καθώς συνέχεια συγκρίνουμε τους εαυτούς μας και βρίσκουμε ότι είμαστε ανεπαρκείς.

Στην πραγματικότητα Δημιουργικό είναι αυτό που μας δίνει χαρά. Η Δημιουργία δεν είναι ξεκομμένη από το παιχνίδι. Το αντίθετο, μάλιστα συμβαίνει.

 

Η Ποικιλία

Στην αρχαιότητα ποικίλος ήταν ο πολύχρωμος. Κάτι που πολύ συχνά αγνοούμε είναι ότι όλα τα κτίρια και τα αγάλματα της Αθήνας είχαν χρώμα. Αγαπούσαν την ποικιλία που γεννούσε την αρμονία.

Και εμείς σε αυτόν τον χώρο θα έχουμε ποικίλα θέματα λοιπόν – πολλές φορές βιωματικά. Το χαρακτηριστικό των θεμάτων είναι ότι μας αγγίζουν, θέλουμε να τα μοιραστούμε και κυρίως να αναπτύξουμε νέα ερωτήματα.

Οι απαντήσεις έχουν αξία, όταν κάτι καινούργιο αναφύεται, μια νέα οπτική, κρυμμένη μέχρι τότε.