Το Μάθημα των Λατινικών στη Β’ Λυκείου
Το Μάθημα των Λατινικών – Η μέθοδος

Οι μαθητές της Β’ Λυκείου στην Κατεύθυνση των Ανθρωπιστικών Σπουδών διδάσκονται το μάθημα των Λατινικών από την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου.

Ο στόχος μας είναι να αφομοιώσουν το μεγαλύτερο τμήμα της Γραμματικής και να γνωρίσουν τα κείμενα, καθώς το Γλωσσικό μάθημα απαιτεί χρόνο και εξάσκηση. Με ασκήσεις και διαγωνίσματα σε εβδομαδιαία βάση, συγκροτούμε μια σταθερή γνώση που μας οδηγεί με σιγουριά στη Γ’ Λυκείου. Δεν περιοριζόμαστε στα κείμενα που είναι στη διδακτέα ύλη της τάξης τους, αντιθέτως φροντίζουμε να προχωρήσουν και στην ύλη της Γ’ Λυκείου.

 

Το μάθημα των λατινικών στη Β' ΛυκείουΤοιχογραφία από Ρωμαϊκή Villa.

 

 

Η δυσκολία του μαθήματος

 

 

Η άποψη ότι συνυπολογίζοντας τον βαθμό δυσκολίας των υπολοίπων μαθημάτων κατεύθυνσης το μάθημα των Λατινικών είναι το πιο βατό μπορεί να θεωρηθεί – πλέον – μόνο εν μέρει σωστή.

Η νέα εξεταστέα ύλη για το μάθημα δεν είναι μόνο ποσοτικά μεγάλη αλλά και ποιοτικά η πιο δύσκολη, καθώς έχουν προστεθεί φαινόμενα όπως ο πλάγιος λόγος και η γερουνδιακή έλξη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κείμενα 46, 47, 48, 49 και 50 τα οποία προστέθηκαν στην ύλη ήταν η εξεταστέα ύλη του μαθήματος των Λατινικών στις σχολές της Φιλοσοφικής (ΕΚΠΑ) στο πρώτο εξάμηνο φοίτησης.

Με βάση όλα αυτά τα Προγράμματα Σπουδών του Φιλολογικού έχουν προσαρμοστεί, ώστε να έχουν προστεθεί επιπλέον ώρες διδασκαλίας για το μάθημα, χωρίς επιπλέον κόστος.

 

 

Η Πρόταση του Φιλολογικού για το μάθημα των Λατινικών

 

Στο Φιλολογικό, πέραν της πολύ καλής επίδοσης στην εξεταστέα ύλη του σχολείου, δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση σε δύο σημεία κατά τη διάρκεια της Β’ Λυκείου:

  • Αφενός να καλύψουμε το μεγαλύτερο τμήμα της γραμματικής, το οποίο θα συναντήσουμε στη Γ’ Λυκείου
  • και αφετέρου οι μαθήτριες και οι μαθητές μας να έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τα δύσκολα συντακτικά φαινόμενα, αφού τα αναλύσουμε και τα εξηγήσουμε διεξοδικά.

Επιπλέον, μέσα από τα κείμενα οι μαθητές μας εξοικειώνονται με φαινόμενα που συναντάμε μόνο στη Λατινική. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τη χρήση της αφαιρετικής τη συχνότατη χρήση της παθητικής φωνής, την ακολουθία των χρόνων.

Φυσικά, πολλά από αυτά τα φαινόμενα υπάρχουν και σήμερα στις λεγόμενες Λατινογενείς Γλώσσες ( Ιταλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ρουμανικά ). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που σε αυτές τις γλώσσες δηλώνεται η αυτοπάθεια.

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας είναι σημαντικό αυτού του είδους οι γνώσεις να μεταβιβάζονται. Κάνουν και το μάθημα ελκυστικό και κυρίως βοηθούν την κατανόηση.

 

 

Πυλώνας της Διδασκαλίας, η Κατανόηση

 

Σε όλα τα Προγράμματα Σπουδών του Φιλολογικού, η βασική αρχή είναι ότι η μαθήτρια και ο μαθητής πρέπει να βοηθηθεί, ώστε να κατανοεί καλά το γνωστικό αντικείμενο. Με βάση αυτή τη Φιλοσοφία:

 

  • Τα μαθήματα Κατεύθυνσης της Γ’ Λυκείου διδάσκονται στο Φροντιστήριό μας από την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου

 

  • Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην Έκθεση και την Παραγωγή Λόγου. Βάση του προγράμματος σπουδών είναι η πρακτική που γίνεται μέσα στην τάξη και το εβδομαδιαίο κριτήριο αξιολόγησης που γράφεται στον χώρο του Φροντιστηρίου.

 

  • Τα Αρχαία Ελληνικά προσεγγίζονται από μηδενική βάση. Στους μαθητές μας δίνεται η δυνατότητα να μάθουν από την αρχή και σωστά τα γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα μέσα από τη διδασκαλία του Αγνώστου Κειμένου. Η μαθήτρια και ο μαθητής που τελειώνει τη Β’ Λυκείου είναι σε θέση να έχει καλή κατανόηση ενός Αττικού κειμένου.

 

  • Η Ιστορία Κατεύθυνσης διδάσκεται και αυτή σε εβδομαδιαία βάση. Στοχεύουμε πρωτίστως να ενισχύσουμε την κατανόηση των μαθητών , καθώς ο τρόπος που είναι γραμμένο το βιβλίο αλλά και οι χρονικές περίοδοι που αναλύονται είναι κάτι νέο για αυτούς.

 

Τα Λατινικά είναι Γλωσσικό Μάθημα. Θέλουν χρόνο και εξάσκηση. Η μαθήτρια και ο μαθητής του Φιλολογικού ξεκινά από την αρχή της χρονιάς. Έχει τον χρόνο να αφομοιώσει με πρακτική και ασκήσεις το μεγαλύτερο μέρος της βασικής γραμματικής. Το ίδιο συμβαίνει και με το συντακτικό. Ολοκληρώνοντας και τη θερινή προετοιμασία, υπάρχει εποπτεία μεγάλου μέρους της ύλης, που θα διδαχθούν στη Γ’ Λυκείου.

 

 

Θερινή Προετοιμασία Γ’ Λυκείου 2021

Η Θερινή Προετοιμασία για τις μαθήτριες και τους μαθητές που τελειώνουν τη Β’ Λυκείου στην κατεύθυνση των Ανθρωπιστικών Σπουδών ξεκινά στις 16 Ιουνίου. Περιλαμβάνει 6 πλήρεις εβδομάδες διδασκαλίας και 1 εβδομάδα διαγωνισμάτων.

Τα διαγωνίσματα – με τη μορφή τρίωρων κριτηρίων Πανελληνίων Εξετάσεων – διεξάγονται πριν από την έναρξη των μαθημάτων της σχολικής χρονιάς 2021 – 2022 την Τετάρτη 1η Σεπτεμβρίου. Τη φετινή χρονιά τα διαγωνίσματα θα διεξαχθούν στις 27, 28, 30 και 31 Αυγούστου.

 

 

 

Θερινή Προετοιμασία Γ' Λυκείου 2021: Επιλέξαμε την αφίσα του φροντιστηρίου μας με όλες τις πληροφορίες επικοινωνίας.

 

 

 

Ο εβδομαδιαίος καταμερισμός των ωρών

 

Αρχαία Ελληνικά 6 ώρες
Ιστορία Κατεύθυνσης 4 ώρες
Λατινικά 5 ώρες
Έκθεση 4 ώρες
Σύνολο ωρών 19 ώρες

 

 

Το Φιλολογικό ανταποκρίνεται άμεσα προσθέτοντας επιπλέον ώρα στο μάθημα των Λατινικών, μετά την ανακοίνωση της επαυξημένης εξεταστέας ύλης και της δυσκολίας των φαινομένων που προστίθενται – πλάγιος λόγος, γερουνδιακή έλξη – για το τρέχον σχολικό έτος.

 

Πέραν της διδασκαλίας του μαθήματος της Έκθεσης, κάθε εβδομάδα γράφεται υποχρεωτικά στο χώρο του φροντιστηρίου κριτήριο αξιολόγησης. Η βελίωση στον γραπτό λόγο έρχεται με την τριβή και την εξάσκηση. Αρωγός σε αυτό είναι η αναλυτική διόρθωση και επιμέλεια του κριτηρίου.

 

 

Η ιδιαιτερότητα της φετινής χρονιάς

 

 

Σε μια χρονιά δύσκολη πρωτίστως για τα παιδιά, τα οποία υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν σχεδόν το σύνολο της ύλης τους μέσα από διαδικτυακά μαθήματα, το Φιλολογικό έρχεται να προσφέρει ένα πλήρες Πρόγραμμα Σπουδών, το οποίο εστιάζει στη στοχευμένη διδασκαλία, ώστε η ύλη να καλυφθεί έγκαιρα και κυρίως να αφομοιωθεί.

 

 

Ο Προγραμματισμός

 

 

Κατά τη διάρκεια της Θερινής Προετοιμασίας είναι πολύ σημαντικό οι μαθήτριες και οι μαθητές να έρθουν σε επαφή και να χτίσουν μια στέρεη γνωστική βάση στα βασικά μαθήματα της κατεύθυνσής τους.

Τα τμήματα συγκροτούνται με κριτήριο την ομοιογένεια και το γνωστικό επίπεδο. Στο Φιλολογικό προετοιμαζόμαστε στη Β’ Λυκείου από την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου στα μαθήματα κατεύθυνσης, στα Αρχαία Ελληνικά, την Ιστορία και τα Λατινικά.

Είναι απαραίτητο επομένως, η κάθε μαθήτρια και ο κάθε μαθητής να ενταχθεί στο αντίστοιχο τμήμα, που θα του δίνεται η δυνατότητα να καλύψει τα κενά του και μεθοδικά να αφομοιώνει και τη νέα γνώση.

 

 

Η Εξατομικευμένη Βοήθεια

 

 

Το Φιλολογικό, ως εξειδικευμένο Φροντιστήριο έχει τη δυνατότητα να παράσχει εξατομικευμένη βοήθεια στην κάθε μαθήτρια και στον κάθε μαθητή του, κατά τη διάρκεια του έτους και φυσικά ακόμη περισσότερο στη Θερινή Προετοιμασία.

Αυτό βοηθά ιδιαίτερα και στην αυτενέργεια του μαθητή, εφόσον γνωρίζει ότι θα του παρασχεθεί βοήθεια που θα εστιάζει στις δικές του ανάγκες και στους δικούς του στόχους.

 

 

 

Το Πρόγραμμα Σπουδών

 

 

Στη Θερινή Προετοιμασία, ακολουθούμε τον βασικό καταμερισμό των ωρών που θα συναντήσουν τα παιδιά στη Γ’ Λυκείου, δίνοντας έμφαση στην κάλυψη των κενών τους και στην αφομοίωση των νέων γνώσεων που ορισμένες μορφές είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.

Για παράδειγμα, η μετάβαση από το γνωστό κείμενο που διδάσκονται στη Β’ Λυκείου σε αυτό της Γ’ Λυκείου, είναι κατά κάποιον τρόπο ένα άλμα. Η μαθήτρια και ο μαθητής της Γ’ λυκείου καλείται για πρώτη φορά να αντιμετωπίσει δύσκολα Φιλοσοφικά Κείμενα. Τα Αρχαία Ελληνικά – τόσο στην Α’ , όσο και στη Β’ λυκείου – έχουν έναν διαφορετικό προσανατολισμό.

Για περαιτέρω πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας. Για το Πρόγραμμα Σπουδών της χειμερινής περιόδου για το σχολικό έτος 2021 – 2022 μπορείτε να ενημερωθείτε εδώ.

 

Προτεινόμενο άγνωστο κείμενο με απαντήσεις. Επιλέξαμε προτομή του στρατηγού Νικία , καθώς η δίκη αφορά την περιουσία των αδελφών του.
Προτεινόμενο Κριτήριο Αγνώστου Κειμένου – Λυσίας

Προτεινόμενο κριτήριο αγνώστου κειμένου με απαντήσεις. Πρόκειται για λόγο που έγραψε ο ρήτωρ Λυσίας και αφορά την πρόταση δημεύσεως της περιουσίας των αδελφών του Νικία. ( Λυσίου, Περί της δημεύσεως των του Νικίου αδελφού 24 – 25).

Εισαγωγή

 

Βρισκόμαστε στον επίλογο του δικανικού λόγου που εκφωνεί ο μεγαλύτερος γιος του Ευκράτη, ανιψιός του γνωστού από τη συμμετοχή του στην καταστροφική για τους Αθηναίους Σικελική εκστρατεία στρατηγού Νικία.  Με τον συγκεκριμένο λόγο προσπαθεί να αντικρούσει την κατηγορία του Πολιόχου, ο οποίος ζητά να δημευθεί η περιουσία των δύο αδελφών του Νικία, του Ευκράτη και του Διόγνητου.

 

 Προτεινόμενο κριτήριο αγνώστου κείμενου με απαντήσεις. Επιλέξαμε προτομή του στρατηγού Νικία , καθώς η δίκη αφορά την περιουσία των αδελφών του.
Προτομή που θεωρείται ότι απεικονίζει τον Νικία.

 

Κείμενο

[24] Οὐκ ἔχω, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὕστινας δεησομένους
ὑπὲρ ἡμῶν ἀναβιβάσομαι· τῶν γὰρ προσηκόντων οἱ μὲν
ἄνδρας ἀγαθοὺς αὑτοὺς παρασχόντες καὶ μεγάλην τὴν
πόλιν ποιοῦντες ἐν τῷ πολέμῳ τεθνᾶσιν, οἱ δ’ ὑπὲρ τῆς
δημοκρατίας καὶ τῆς ὑμετέρας ἐλευθερίας ὑπὸ τῶν τριά-
κοντα κώνειον πιόντες,

[25] ὥστε τῆς ἐρημίας τῆς ἡμετέρας
αἴτιαι γεγόνασιν αἵ τε τῶν προσηκόντων ἀρεταὶ καὶ αἱ
τῆς πόλεως συμφοραί. ὧν ἄξιον ὑμᾶς ἐνθυμηθέντας προ-
θύμως ἡμῖν βοηθῆσαι, ἡγησαμένους τούτους ἂν ἐν δημο-
κρατίᾳ δικαίως εὖ πάσχειν ὑφ’ ὑμῶν, οἵπερ ἐν ὀλιγαρχίᾳ
τῶν συμφορῶν μετέσχον τὸ μέρος.

 

 

Παρατηρήσεις

 

Α1. Να μεταφραστεί το απόσπασμα 25 “ὧν ἄξιον ὑμᾶς…μέρος”.  (Μονάδες 10)

Α2. Για ποιους λόγους ο ομιλητής θεωρεί ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει μάρτυρες, που να επιβεβαιώνουν τις απόψεις του στο δικαστήριο; (Μονάδες 10)

 

Γραμματικές παρατηρήσεις
  • ἔχω: Να γραφεί το απαρέμφατο αορίστου στην ίδια φωνή.
  • τεθνᾶσιν: Να γραφεί η μετοχή του αρσενικού γένους στη γενική του πληθυντικού, στο χρόνο που βρίσκεται το ρήμα.
  • ποιοῦντες: Να γραφεί το γ’ ενικό πρόσωπο του παρατατικού στη φωνή που βρίσκεται ο τύπος.
  • πιόντες: Να γραφεί ο ίδιος τύπος στον παρακείμενο.
  • μετέσχον: Να γραφεί το β’ ενικό της προστακτικής στη μέση φωνή και στον ίδιο χρόνο.

(Μονάδες 5)

 

  • ἄνδρες: Να γραφεί η κλητική ενικού
  • μεγάλην: Να γραφεί ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου στο ίδιο γένος και πτώση.
  • τούτους: Να γραφεί η αιτιατική πληθυντικού του θηλυκού γένους.
  • οἵπερ: Να γραφεί η αιτιατική του ουδετέρου γένους.
  • το μέρος: Να γραφεί η δοτική πληθυντικού του ουσιαστικού.

(Μονάδες 5)

 

 

Συντακτικές παρατηρήσεις

Να χαρακτηριστούν συντακτικά οι παρακάτω όροι:

  • οὕστινας
  • ὑπὲρ ἡμῶν
  • μεγάλην
  • βοηθῆσαι
  • ὑφ’ ὑμῶν

(Μονάδες 5)

 

δεησομένους, παρασχόντες: Να αναγνωρισθούν συντακτικά οι μετοχές. (Μονάδες 2).

Στη συνέχεια να τις αναλύσετε σε αντίστοιχες δευτερεύουσες προτάσεις. (Μονάδες 3)

 

 

Απαντήσεις του κριτηρίου

 

Α1. Αφού αναλογισθείτε όλα αυτά, αξίζει να μας βοηθήσετε με προθυμία, αφού θεωρήσετε ότι στον καιρό της δημοκρατίας θα ευεργετούνταν από εσάς, αυτοί ακριβώς που στον καιρό της ολιγαρχίας μοιράστηκαν τις συμφορές σας στο μέρος που τους αναλογούσε.

 

Α2. Ο ομιλητής ισχυρίζεται στην παράγραφο 24 ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει μάρτυρες που θα υποστηρίξουν τη θέση του και θα παρακαλέσουν τους δικαστες για την υπόθεσή του. Όσοι θα μπορούσαν να καταθέσουν είναι νεκροί, οι μεν πεθαίνοντας στον πόλεμο για την υπεράσπιση της πόλεως, οι δε επειδή θανατώθηκαν από τους τριάκοντα.

 

 

Γραμματικές παρατηρήσεις

 

  • ἔχω: σχεῖν
  • τεθνᾶσιν: τεθνηκότων ή τεθνεώτων
  • ποιοῦντες: ἐποίει
  • πιόντες: πεπωκότες
  • μετέσχον: μετάσχου

 

  • ἄνδρες: ἄνερ
  • μεγάλην: μείζονα ή μείζω
  • τούτους: ταύτας
  • οἵπερ: ἅπερ
  • μέρος: μέρεσι

 

 

Συντακτικές παρατηρήσεις

 

  • οὕστινας: Λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα ἀναβιβάσομαι
  • ὑπὲρ ἡμῶν: Εμπρόθετος προσδιορισμός, ο οποίος λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός της υπεράσπισης στη μετοχή δεησομένους.
  • μεγάλην: Λειτουργεί ως κατηγορούμενο του αντικειμένου (πόλην) της μετοχής ποιοῦντες.
  • βοηθῆσαι: Τελικό απαρέμφατο του ρήματος βοηθῶ σε χρόνο αόριστο. Λειτουργεί ως υποκείμενο στην απρόσωπη έκφραση “ἄξιον (ἐστί)”
  • ὑφ’ ὑμῶν: Εμπρόθετος προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου στο απαρέμφατο πάσχειν.

 

 

  • δεησομένους: Επιρρηματική τελική μετοχή, η οποία λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού στο ρήμα κίνησης ἀναβιβάσομαι. Αναλύεται σε πρόταση ως εξής: “ἵνα δεἠσωνται”.
  • παρασχόντες: Επιρρηματική χρονική μετοχή, η οποία λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ρήμα τεθνὰσιν. Πιο συγκεκριμένα δηλώνει το προτερόχρονο. Αναλύεται ως εξής: “‘ἐπεί παρέσχον”.

 

Περισσότερο εκπαιδευτικό υλικό για τα αρχαία μπορείτε να βρείτε εδώ

 

 

Ο Πλάτων και ο Μύθος: Απεικόνιση της μορφής του Ανδρόγυνου, όπως παρουσιάζεται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα.
Πρόσωπα στο Συμπόσιο του Πλάτωνα

Τα συμπόσια ήταν μία μορφή κοινωνικής εκδήλωσης,  στην οποία συμμετείχαν εκλεπτυσμένοι Αθηναίοι πολίτες. Σε αυτά ακολουθούνταν κανόνες συμπεριφοράς, οι οποίοι αναπαρήγαγαν ένα συγκεκριμένο τελετουργικό.  Οι συμμετέχοντες είχαν την αίσθηση του συνανήκειν σε αναπτυγμένο βαθμό. Το συμπόσιο έλκει την καταγωγή του από τα αριστοκρατικά χρόνια.  Σταδιακά στην ύστερη αρχαιότητα παρακμάζει ως θεσμός. 

 

Πρόσωπα στο Συμπόσιο του Πλάτωνα:Επιλέξαμε την κλασική αναπαράσταση του ανδρόγυνου, όπως περιγράφεται από τον Αριστοφάνη στο Συμπόσιο.

Ο διάλογος

Το Συμπόσιο –  έργο του Πλάτωνα –  αφηγείται με τρόπο δραματικό,  δηλαδή θεατρικό τη συνάντηση που έλαβε χώρα στο σπίτι του τραγωδού Αγάθωνα το 416 π.Χ. . Αφορμή αποτέλεσε η νίκη του Αγάθωνα στα Λήναια.  Το κείμενο μας πληροφορεί πως η συνάντηση πραγματοποιείται δύο μέρες μετά τη νίκη του.

Τα γεγονότα παρουσιάζονται με τη μορφή αφήγησης. Ο Απολλόδωρος, μαθητής του Σωκράτη συμφωνεί να αφηγηθεί τα όσα συνέβησαν εκείνη τη νύχτα σε έναν φίλο, ο οποίος δεν κατονομάζεται.  Πρόκειται για μία εξαιρετικά συνήθη πρακτική του Πλάτωνα το να τοποθετεί το πλαίσιο της αφήγησης μέσα σε μία αναδιήγηση.  Ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσουμε αυτός τους διαλόγους είναι να τους φανταζόμαστε ως θεατρικές παραστάσεις. 

 

Η χρονολόγηση

Ο Απολλόδωρος αναφέρει στο κείμενο του την αποχώρηση του Αγάθωνα από την Αθήνα το 408 π.X. αλλά δεν κάνει κανέναν υπαινιγμό που να σχετίζεται με τη θανάτωση του Σωκράτη το 399 π.Χ.  Έτσι, λοιπόν μπορούμε να εικάσουμε ότι η αναδιήγηση του Απολλόδωρου λαμβάνει χώρα κάπου ανάμεσα στο 405 –  399  π.χ.

 

Η έντονη αίσθηση της απόστασης

Η αίσθηση της αναδιήγησης,  άρα και της απόστασης ενισχύεται από την επιλογή του Πλάτωνα να παρουσιάσει τον Απολλόδωρο να δηλώνει πως ο ίδιος δεν ήταν παρών στο συμπόσιο και τα όσα θα πει είναι τα όσα περίπου άκουσε από τον Αριστόδημο,  έναν άλλον μαθητή του Σωκράτη,  ο οποίος ήταν παρών και μέλος της ομήγυρης.

 Η επιλογή φυσικά δεν είναι τυχαία. Δίνει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να σχεδιάσει λεπτές αποχρώσεις χωρίς το βάρος της απόδειξης μιας φωτογραφικά πιστής ιστορικής πραγματικότητας. Σύμφωνα λοιπόν με τον Απολλόδωρο  ο Αριστόδημος και ο Σωκράτης φτάνουν στο σπίτι του Αγάθωνα για να παραβρεθούν στο συμπόσιο προς τιμήν του τελευταίου. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η σκηνή της καθυστέρησης της εισόδου του Σωκράτη,  πού αποδίδεται σχεδόν γελοιογραφικά και που ωστόσο φανερώνει και τα μυθιστορηματικά στοιχεία που φιλοτεχνεί ο Πλάτωνας έχοντας ως πρότυπο το δάσκαλό του.

 

Η αρχική συμφωνία

 

Οι καλεσμένοι συμφωνούν αμέσως τα εξής: Έχοντας πιει αρκετά την προηγούμενη ημέρα θα επιδοθούν σε μία ελαφρά οινοποσία αποφεύγοντας κάθε υπερβολή.  Επίσης ο καθένας με τη σειρά του θα εκφωνήσει έναν λόγο προς τιμή του Θεού Έρωτα. 

 

Σκιαγράφηση

Οι λόγοι που εκφωνούνται είναι σε μεγάλο βαθμό αποκαλυπτικοί του χαρακτήρα των συνομιλητών.  Ο Φαίδρος,  λάτρης της λογοτεχνίας τιμά τον Θεό με έναν λόγο που έχει επιρροές από τους μύθους που αφορούν τον έρωτα.  Στη συνέχεια ο Παυσανίας – εραστής του Αγάθωνα και ιδιαίτερα περήφανος για αυτό – θα ακολουθήσει με έναν λόγο,  ο οποίος εξαίρει τη σχέση ανάμεσα στον ώριμο εραστή και το νεώτερο ερώμενο.  Τονίζει ότι η σχέση αυτή είναι στη βάση της παιδευτική.  Ο Έρυξίμαχος είναι γιατρός και ουσιαστικά θα προβάλλει τη θέση ότι η ιατρική είναι η επιστήμη των ερωτικών σχέσεων του σώματος, του σωστού συνταιριάσματος.  Πρόκειται για ένα εγκώμιο του μέτρου.

 

Ο Αριστοφάνης,  ο γνωστός κωμικός ποιητής θα μας δώσει τον περίφημο μύθο του ανδρόγυνου. Εισάγεται εδώ η έννοια της τομής και της έλλειψης. Αξιοσημείωτο  είναι ότι τα ολοκληρωμένα όντα,  αυτά στα οποία δεν υπάρχει έλλειψη φαντάζουν εξόχως κωμικά, ακόμα καλύτερα, γελοία μέσα στην αυτάρκειά τους. Ο Αγάθων, περίφημος για την ομορφιά του, θα περιγράψει τον έρωτα ως έναν ποιητή όμορφο και γενναιόδωρο.

 

Ο Σωκράτης

Ο Πλάτων τοποθετεί τα όσα λέει ο Σωκράτης να είναι λόγια που πριν αρκετά χρόνια είχε ακούσει από τη Διοτίμα.  Αυτή η σοφή γυναίκα, γνώστης του κόσμου και των πραγμάτων θα δώσει στο Σωκράτη την εικόνα ότι ο έρωτας είναι ένας φιλόσοφος, εραστής της Σοφίας,  ελλειμματικός μα και πολυμήχανος.

 

Αλκιβιάδης

Τα όσα προαναφέραμε είναι φυσικά μία αδρή αποτίμηση Και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν αποδίδουν τον πλούτο του κειμένου και την πολυσημία του.  Όλα αυτά τα πρόσωπα μοιάζουν καρικατούρες από τη στιγμή πού στη σκηνή εισέρχεται ο Αλκιβιάδης.  Η είσοδος του προκαλεί ένα χάος,  κάτι σαν και αυτό που προκαλούσε ο ίδιος με τον απίστευτο μαγνητισμό που ασκούσε στους άλλους.  Μεθυσμένος εισέρχεται με τους φίλους του και στην κυριολεξία τα όσα διαμείβονται από εκεί και πέρα από αποτελούν σκάνδαλο με όλο το βάρος που περικλείει ο όρος.

 

Ο λόγος του Αλκιβιάδη

 

Ο Αλκιβιάδης δεν θα εγκωμιάσει τον έρωτα,  θα εγκωμιάσει με έναν τρόπο πολύσημο και αντιφατικό τον ίδιο τον Σωκράτη.  Ο τρόπος γραφής του Πλάτωνα είναι αξιοσημείωτος.  Συχνά επαναλαμβάνει φράσεις περνώντας από τον πλάγιο λόγο στον ευθύ,  ώστε διαρκώς να θυμόμαστε ότι δεν πρόκειται για φωτογραφική αναπαράσταση αλλά για εξιστόρηση γεγονότων στα οποία η παραμόρφωση είναι δεδομένη.  Αυτό είναι σημαντικό,  καθώς για το μέσο Αθηναίο οι συγκεκριμένες προσωπικότητες ήταν γνωστές και κατά κάποιον τρόπο το τι λέει ο καθένας αλλά και ο τρόπος που το λέει συνάδει σε μεγάλο βαθμό με την εικόνα που είχε σχηματιστεί για τον ομιλητή.

Αυτός ο μέσος Αθηναίος λαμβάνοντας υπόψη τα πρόσωπα που συμμετέχουν, εύκολα θα μπορούσε να συμπεράνει ότι τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα λίγο πριν την καταστροφική Σικελική εκστρατεία (415 – 414 π.Χ.).  Η Σικελική εκστρατεία ήταν ιδέα του Αλκιβιάδη. Το σχέδιο του ήταν να επιτύχει αυτό που πέτυχαν αργότερα οι Ρωμαίοι, τη δημιουργία μιας ενοποιημένης Μεσογείου,  μία λίμνης Αθηναϊκής. 

 

 

 

 

Αποκοπή των Ερμών

 

Καθώς ο Αθηναϊκός στρατός ετοιμαζόταν για την εκστρατεία στη Σικελία έλαβε χώρα η αποκοπή των Ερμών.  Οι Ερμές ήταν τετράγωνες πλάκες που λειτουργούσαν ως οδοδείκτες.  Απεικόνιζαν το πρόσωπο του γενειοφόρου θεού Ερμή και επίσης τα γεννητικά του όργανα.  Ομάδες νεαρών απέκοψαν τόσο αυτά όσο και τη μύτη του θεού από τις μικρές προτομές του.  Ο Ερμής είναι ο θεός της μετάβασης,  αυτός που επιτρέπει στον ταξιδιώτη το ασφαλές πέρασμα.  Έτσι, πανικός για την τύχη της εκστρατείας απλώθηκε στην Αθήνα.

 

 

 

 

Το σκάνδαλο των Ελευσινίων

 

Λίγο αργότερα και νέο σκάνδαλο ήρθε να προστεθεί στην αποκοπή των Ερμών.  Έγινε γνωστό ότι κάποιοι επώνυμοι Αθηναίοι εκτελούσαν τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων σε συμπόσια και σε άλλες μυστικές συναντήσεις αυτού του είδους. Φυσικά πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί στο κατά πόσον, όντως συνέβη κάτι τέτοιο. Η συκοφαντία ανθούσε στην Αθηναϊκή πολιτεία. Σε κάθε περίπτωση αυτού του είδους η ιεροσυλία επέφερε την ποινή του θανάτου.  Στην ανάκριση που επακολούθησε ο Έρυξύμαχος,  ο Φαίδρος και ο Αλκιβιάδης  κρίθηκαν ένοχοι.  Δεν γνωρίζουμε αν ο Ερυξύμαχος εξορίστηκε η θανατώθηκε.  Γνωρίζουμε, όμως με βεβαιότητα ότι ο Φαίδρος απέδρασε και ότι οι Αθηναίοι κατάσχεσαν και πούλησαν όλη την περιουσία του.  Ο Αλκιβιάδης είχε αναχωρήσει ήδη για τη Σικελική εκστρατεία.  Ήταν ο εμπνευστής της και ένας από τους στρατηγούς . Κλήθηκε πίσω στην πόλη και επέλεξε να αποδράσει.  Βρήκε καταφύγιο στη Σπάρτη.  Είναι γνωστό ότι η ίδια η βασίλισσα γοητεύτηκε και έκανε ένα παιδί μαζί του.  Φαίνεται ότι για τη γοητεία του Αλκιβιάδη δεν υπήρχαν σύνορα.

 
 

 

Κάποιες επιλογές του Πλάτωνα

 

 Ίσως όλα αυτά εξηγούν το γιατί ο Πλάτων τόνισε στην αρχή του διαλόγου πως οι συνδαιτυμόνες θα πιούν πολύ ελαφρά.  Και τα δύο εγκλήματα ιεροσυλίας συνδέονται με συμπόσια στα οποία το μέτρο πολλές φορές εξέλιπε.  Τα πρόσωπα που διάλεξε ο Πλάτων είναι πρόσωπα μη ουδέτερα για την Αθηναϊκή κοινωνία.  Υπάρχει φόρτιση γύρω από το όνομα και την πολιτεία τους.  Ας μην ξεχνάμε ότι και ο Σωκράτης καταδικάστηκε για ασέβεια.  ίσως να μας επιτραπεί η σκέψη ότι, αν ο Πλάτων επιθυμούσε να γράψει απλά ένα διάλογο για τον έρωτα θα μπορούσε να επιλέξει άλλους συνομιλητές.  Κάποιοι μελετητές ισχυρίζονται ότι και ο ίδιος ο Σωκράτης θα χρησιμοποιήσει ορολογία που έχει να κάνει με τα Ελευσίνια μυστήρια ( 209e5ff).
Όπως συνήθως συμβαίνει λοιπόν με τους διαλόγους του Πλάτωνα η ανάγνωση μας γεμίζει με πολλά περισσότερα ερωτήματα από ότι μας δίνει απαντήσεις.  Κατά τη γνώμη μας αυτό είναι ένας τεράστιος πλούτος του Πλατωνικού έργου.

 

 

 

 

Βασικά πρόσωπα του διαλόγου

 

 Αγάθων: Στο διάλογο εμφανίζεται στο 31ο έτος της ηλικίας του.  Ήταν αξιόλογος τραγικός ποιητής.  Εγκατέλειψε την Αθήνα για την αυλή του βασιλιά Αρχέλαου της Μακεδονίας.  Καμία από τις τραγωδίες του δεν σώθηκε. Το όνομά του αναφέρεται και από τον Αριστοφάνη.  Στους “βατράχους” αναφέρει πως είναι ένας αξιόλογος ποιητής και λείπει στους φίλους του.

 Απολλόδωρος: Εικάζουμε την ηλικία του 24 ετών,  μαθητής του Σωκράτη επιτυχημένος έμπορος. Στο διάλογο Φαίδων που αναδιηγείται  τις τελευταίες μέρες του Σωκράτη ο Απολλόδωρος παρουσιάζεται ως ο πιο απαρηγόρητος για το θάνατο του δασκάλου του

Αριστοφάνης: Ο γνωστός κωμωδιογράφος, 34 ετών. Στην απολογία ο Πλάτων τονίζει πως η κωμωδία του “Νεφέλες” χρησιμοποιήθηκε εναντίον της φήμης του Σωκράτη

Ερυξύμαχος: 30 ετών, γιατρός όπως και ο πατέρας του Ακουμενός. Εξορίστηκε ή  θανατώθηκε διότι υποτίθεται πως επιτελούσε τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων σε ιδιωτικό χώρο.

 Παυσανίας: Ο εραστής του Αγάθωνα. Η σχέση τους κράτησε πολύ μετά την ενηλικίωσή του Αγάθωνα κάτι ηθικά μη αποδεκτό στο πλαίσιο της Αθηναϊκής κοινωνίας.

Σχολιασμός των θεμάτων στα Αρχαία Ελληνικά

Τα θέματα στα οποία διαγωνίσθηκαν σήμερα (17/6/2020) οι μαθήτριες και οι μαθητές της Γ’ Λυκείου στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών κρίνονται ιδιαίτερα προσεγμένα και κατ’ επέκταση επιτυχημένα. Ο βασικός στόχος κάθε γραπτής εξέτασης είναι η διαβάθμιση στο επίπεδο δυσκολίας των θεμάτων, ώστε να αποδίδεται δικαιοσύνη στην προσπάθεια που έχουν καταβάλλει τα παιδιά όλο αυτό το διάστημα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε το ζητούμενο Β2 με το οποίο επιτυγχάνεται η συνομιλία ανάμεσα στο νοηματικό φιλοσοφικό περιεχόμενο και τη γλώσσα, στο ταξίδι της από την αρχαία Ελληνική στη νέα. Το όχημα για αυτή τη σύζευξη είναι η πρόθεση “ἐν”.

Συνολικά, η κατεύθυνση αυτή προάγει την ανάγκη τα κείμενα να προσεγγίζονται κριτικά και επιτρέπουν στην εξεταζόμενη και τον εξεταζόμενο να αναπτύξουν τη σκέψη τους έχοντας ως βάση το ίδιο το κείμενο.

Έναρξη νέων τμημάτων Θερινής Προετοιμασίας

Η Θερινή Προετοιμασία για τις μαθήτριες και τους μαθητές που τελειώνουν τη Β’ Λυκείου στην κατεύθυνση των ανθρωπιστικών Σπουδών περιλαμβάνει 6 πλήρεις εβδομάδες διδασκαλίας και 1 εβδομάδα διαγωνισμάτων.

Τα μαθήματα για τη φετινή προετοιμασία έχουν ξεκινήσει από τις 25 Μαΐου. Στις 9 Ιουνίου ξεκινούν τα νέα τμήματα για τις μαθήτριες και τους μαθητές της Κατεύθυνσης Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Τα διαγωνίσματα – με τη μορφή τρίωρων κριτηρίων Πανελληνίων Εξετάσεων – διεξάγονται πριν από την έναρξη των μαθημάτων της σχολικής χρονιάς, η οποία συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου. Τα διαγωνίσματα για τη φετινή χρονιά θα διεξαχθούν το τετραήμερο 25 – 28 Αυγούστου.

 

Έναρξη νέων τμημάτων θερινής προετοιμασίας: Στις 9 Ιουνίου ξεκινούν τα νέα τμήματα προετοιμασίας για την κατεύθυνση των ανθρωπιστκών σπουδών

 

 

 Ο Προγραμματισμός

 

Κατά τη διάρκεια της Θερινής Προετοιμασίας είναι πολύ σημαντικό οι μαθήτριες και οι μαθητές να έρθουν σε επαφή και να χτίσουν μια στέρεη γνωστική βάση στα βασικά μαθήματα της κατεύθυνσής τους.

Τα τμήματα συγκροτούνται με κριτήριο την ομοιογένεια και το γνωστικό επίπεδο. Στο Φιλολογικό προετοιμαζόμαστε στη Β’ Λυκείου από την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου στα μαθήματα κατεύθυνσης, στα Αρχαία Ελληνικά, την Ιστορία και την Κοινωνιολογία.

Είναι απαραίτητο επομένως, η κάθε μαθήτρια και ο κάθε μαθητής να ενταχθεί στο αντίστοιχο τμήμα, που θα του δίνεται η δυνατότητα να καλύψει τα κενά του και να χτίσει μια στέρεη γνωστική βάση.

 

 

Η Εξατομικευμένη Βοήθεια

 

Το Φιλολογικό, ως εξειδικευμένο Φροντιστήριο έχει τη δυνατότητα να παράσχει εξατομικευμένη βοήθεια στην κάθε μαθήτρια και στον κάθε μαθητή του, κατά τη διάρκεια του έτους και φυσικά ακόμη περισσότερο στη Θερινή Προετοιμασία.

Αυτό βοηθά ιδιαίτερα και στην αυτενέργεια του μαθητή, εφόσον γνωρίζει ότι θα του παρασχεθεί βοήθεια που θα εστιάζει στις δικές του ανάγκες και στους δικούς του στόχους.

 

Το Πρόγραμμα Σπουδών

 

Στη Θερινή Προετοιμασία, ακολουθούμε τον βασικό καταμερισμό των ωρών που θα συναντήσουν τα παιδιά στη Γ’ Λυκείου, δίνοντας έμφαση στην κάλυψη των κενών τους και στην αφομοίωση των νέων γνώσεων που ορισμένες μορφές είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.

Για παράδειγμα, η μετάβαση από το γνωστό κείμενο που διδάσκονται στη Β’ Λυκείου σε αυτό της Γ’ Λυκείου, είναι κατά κάποιον τρόπο ένα άλμα. Η μαθήτρια και ο μαθητής της Γ’ λυκείου καλείται για πρώτη φορά να αντιμετωπίσει δύσκολα Φιλοσοφικά Κείμενα.

 

 

 Ο καταμερισμός των ωρών

 

Αρχαία Ελληνικά 6 ώρες
Ιστορία Κατεύθυνσης 4 ώρες
Κοινωνιολογία 4 ώρες
Έκθεση 3 ώρες
Κριτήριο Έκθεσης 2 ώρες

 

 

Το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας διδάσκεται δύο φορές την εβδομάδα από δύο διδάσκοντες. Κριτήριο αξιολόγησης γράφεται υποχρεωτικά στο χώρο του Φροντιστηρίου κάθε εβδομάδα. Διορθώνεται και αξιολογείται και από τους δύο διδάσκοντες.

 

 

Έκθεση για τους μαθητές όλων των Κατευθύνσεων 

 

Το Φιλολογικό είναι εξειδικευμένο Φροντιστήριο Γλωσσικής Διδασκαλίας. Είναι επομένως, η σωστή επιλογή για τη μαθήτρια και το μαθητή στο μάθημα της Έκθεσης και Παραγωγής Λόγου. Τα τμήματα Έκθεσης προσφέρονται τόσο στη Θερινή Προετοιμασία, όσο και κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους.

  • Το μάθημα διδάσκεται από δύο διδάσκοντες σε διαφορετικές μέρες της εβδομάδας.
  • Σε ξεχωριστή ημέρα γράφεται εβδομαδιαίο κριτήριο στο μάθημα, το οποίο επιμελείται, διορθώνεται και αξιολογείται και από τους δύο διδάσκοντες.

 

 

Η Γλωσσική Βελτίωση στις άλλες Τάξεις

 

Για όλες τις τάξεις προσφέρονται τμήματα διάρκειας 4 εβδομάδων, με στόχο τη βελτίωση των μαθητών στην Παραγωγή Λόγου. Βάση του προγράμματος είναι η δουλειά που γίνεται μέσα στην τάξη και αφορά Γλωσσικές ασκήσεις, πρακτική στη συγγραφή περίληψης και εξοικείωση με τη διαδικασία του γραψίματος.

Η Εβδομαδιαία εξάσκηση, η οποία είναι η  βάση και των χειμερινών τμημάτων εξασφαλίζει τη δυνατότητα να εκφραζόμαστε σωστά και ουσιαστικά.

Το μάθημα της Έκθεσης διδάσκεται από δύο διδάσκοντες σε όλες τις τάξεις και τις Κατευθύνσεις.

 

 

Θερινή Προετοιμασία 2020

Η προετοιμασία για τα παιδιά που θα φοιτήσουν στη Γ’ Λυκείου κατά το σχολικό έτος 2020 – 2021 ξεκινά στο Φιλολογικό στις 25 Μαΐου. Ο προγραμματισμός περιλαμβάνει εννέα εβδομάδες εκ των οποίων οι οκτώ είναι εβδομάδες διδασκαλίας και παράδοσης της ύλης. Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου και πριν την έναρξη του χειμερινού κύκλου έχουμε τη διεξαγωγή των τρίωρων κριτηρίων αξιολόγησης στην ύλη που διδαχθήκαμε.

 

Θερινή Προετοιμασία 2020: Επιλέξαμε το λογότυπο του Φροντιστηρίου και την ημερομηνία έναρξης των μαθημάτων.

 

Τρόπος Διδασκαλίας
  • Το Φροντιστήριό μας θέτοντας ως προτεραιότητα την υγεία όλων παρέχει τη δυνατότητα παρακολούθησης του κύκλου των μαθημάτων στο χώρο του φροντιστηρίου σε αυστηρά ολιγομελή group 2 – 3 ατόμων, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας.
  • Η γραμματεία μας είναι στη διάθεσή σας για να εξασφαλίσετε άμεσα τη θέση σας.
  • Το Πρόγραμμα Σπουδών είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε όχι μόνο να διδαχθεί αλλά και να αφομοιωθεί αποτελεσματικά σημαντικό μέρος της ύλης.
  • Επίσης, θα αξιοποιηθεί η ψηφιακή πλατφόρμα του Φιλολογικού για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν μαθήματα διαδικτυακά.
  • Παράλληλα, για όσες και όσους επιλέξουν τα διαδικτυακά μαθήματα παρέχεται η δυνατότητα να γράφουν τα διαγωνίσματα στο χώρο του φροντιστηρίου, πάντοτε ακολουθώντας αυστηρά τους κανόνες για την προστασία όλων μας.
  • Για τον τρόπο διδασκαλίας του κάθε μαθήματος μπορείτε να ανατρέξετε εδώ, όπου παρέχονται αναλυτικές πληροφορίες τόσο για τη διδασκαλία όσο και για τη φιλοσοφία με την οποία προσεγγίζεται το κάθε μάθημα.
  • Για το μάθημα της Έκθεσης θα λειτουργήσουν και φέτος εξειδικευμένα τμήματα τόσο για την Ανθρωπιστική, όσο και για τις άλλες Κατευθύνσεις.

 

 

Κοκκώνα θάλασσα – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα του Πάσχα και αναδημοσιεύουμε το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως ανέβηκε στο εξαιρετικό ιστολόγιο του κυρίου Σαραντάκου “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία“. Μαζί με το διήγημα αναδημοσιεύουμε και τον σχολιασμό. Η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης ακολουθούν την πρώτη δημοσίευση.

 

Η εισαγωγή

 

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Κοκκώνα θάλασσα: Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Επιλέξαμε μια από τις σπάνιες φωτογραφίες του μεγάλου λογοτέχνη. Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

 

 

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ
ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαίστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντας αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαίστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστρεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Οι ιδεατοί τύποι στη σκέψη του Weber

Οι στοχαστές που θεμελίωσαν την επιστήμη της κοινωνιολογίας μας έδωσαν και κάποια εργαλεία με τα οποία επιχείρησαν να προσεγγίσουν και να ερμηνεύσουν τα σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα. Ένα από αυτά είναι και ο ιδεότυπος ή ιδεατός τύπος, ένα εργαλείο που κατασκεύασε ο Max Weber, ο σπουδαίος Γερμανός κοινωνιολόγος που εκτός των άλλων μας έδωσε τη θαυμάσια μελέτη του για τη σχέση του Προτενταστισμού με την καπιταλιστική κοινωνία.

 

Οι ιδεατοί τύποι στη σκέψη του Weber: Επιλέξαμε μια αφηρημένη σύνθεση για να δηλώσει την αφαιρετική διαδικασία που ακολούθησε ο κοινωνιολόγος.

Ο τρόπος που κατέληξε στην κατασκευή του ήταν μέσα από τη μελέτη που έκανε σε πραγματικές κοινωνικές δομές  είτε αυτές ήταν εργοστάσια είτε υπηρεσίες, συνήθως κρατικές. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αποκρυσταλλώθηκαν τα κοινά χαρακτηριστικά που συνέλεξε. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε σε μια αφηρημένη περιγραφή, η οποία τόνιζε τα κοινά και πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους.

Άρα, ο ιδεότυπος ως μεθοδολογικό εργαλείο προκύπτει μέσα από την αφαιρετική διαδικασία, η οποία τονίζει τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλες τις συγκεκριμένες κοινωνικές δομές.

Ένα παράδειγμα θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το τι είναι ο ιδεότυπος. Ο Weber μελέτησε, όπως είπαμε πολλά εργοστάσια αλλά και υπηρεσίες. Τα κοινά χαρακτηριστικά που διαπίστωσε ότι υπάρχουν σε όλα όσα μελέτησε ήταν:

  • ο καταμερισμός εργασίας,
  • η τήρηση αρχείων,
  • η ιεραρχική οργάνωση με ανώτερους και κατώτερους υπαλλήλους,
  • η ύπαρξη ωραρίου κ.ά.

Αυτά λοιπόν τα κοινά χαρακτηριστικά, θεωρώντας ότι λειτουργούν σωστά και στον υψηλότερο βαθμό εξορθολογισμού συγκροτούν τον ιδεατό τύπο της γραφειοκρατίας.  Ως εργαλείο έρευνας είναι σε πρώτο επίπεδο εξαιρετικά χρήσιμο, καθώς ο ερευνητής γνωρίζει ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει μια δομή για να χαρακτηριστεί για παράδειγμα γραφειοκρατική. Μάλιστα, μπορούμε να κάνουμε μια μεταφορά θεωρώντας τα ως εκμαγεία. Όσο πιο κοντά μια δομή βρίσκεται στον ιδεατό τύπο, στο εκμαγείο, τόσο πιο εξορθολογισμένη και λειτουργική είναι.

Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι ο όρος “γραφειοκρατία” δεν χρησιμοποιείται με την έννοια που της αποδίδουμε σήμερα, αλλά με την έννοια μιας διαδικασίας που αντανακλά τον εξορθολογισμό – βασικότατη έννοια στο έργο του Weber – στον οποίο έχουν φτάσει οι βιομηχανικές κοινωνίες.