Μοναστηράκι – Απόκριες με τα Αφρικανικά Κρουστά
17/2/18 Ο αυτοσχεδιασμός των μουσικών απέναντι από το σταθμό του Θησείου. Υπέροχοι.
17/2/18 Ο αυτοσχεδιασμός των μουσικών απέναντι από το σταθμό του Θησείου. Υπέροχοι.

Η λέξη δηὖτε είναι χαρακτηριστική στην Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση. Ιδιαίτερα αγαπητή είναι στον Αλκμάν και στη Σαπφώ. Το Liddell – Scott μας πληροφορεί ότι η λέξη προέρχεται από την κράση του δή και του αὖτε. Το μόριο δή σημαίνει “τώρα, τώρα δα, ήδη έως τώρα” . Το αὖτε σημαίνει “πάλι, από την αρχή πάλι, πάλι ξανά”. Η κράση ως φαινόμενο είναι συχνή στην Αρχαία Ελληνική. Κυρίως εμφανίζεται για λόγους ευφωνίας.
Στην περίπτωση του δηὖτε παρατηρούμε ότι κάθε συνθετικό από το οποίο σχηματίζεται η λέξη έχει διαφορετικό σημείο εκκίνησης στο χρόνο. Η πρώτη είναι έντονα παροντική. Χρησιμοποιείται για να δοθεί έμφαση σε αυτήν εδώ τη στιγμή, σε ό,τι συμβαίνει στο παρόν και μόνο σε αυτό.
Το δεύτερο συνθετικό μας οδηγεί στην επανάληψη, στο μοτίβο που διαρκώς επαναλαμβάνει τον εαυτό του και του οποίου οι ρίζες του χάνονται στο παρελθόν. Άρα το “δη” τοποθετεί τον ακροατή ή αναγνώστη του ποιήματος στο τώρα. Χρόνος και τόπος είναι το τώρα. Το “αὖτε” παίρνει το τώρα, τον απόλυτο ενεστώτα του ποιήματος και το τοποθετεί σε μια αλυσίδα όμοιων, αναγνωρίσιμων ενεργειών. Του προσδίδει ιστορικότητα.
Αυτή η σύνθεση δημιουργεί μια έντονη αίσθηση, δραματοποιεί το βίωμα. Για μια στιγμή κάτι εντελώς νέο εισβάλλει στην πραγματικότητά μας. Ετοιμαζόμαστε να το αφουγκραστούμε. Αμέσως όμως καταλαβαίνουμε. Πρόκειται για την επανάληψη, κάτι που συνέβη ξανά και ξανά. Οι λυρικοί ποιητές αγαπούν πολύ αυτή τη λέξη. Την εισάγουν συχνά, ειδικά στα ερωτικά τους ποιήματα.
Γράφει η Σαπφώ στο απόσπασμα 130 Lobel Page
| Ἔρος δηὖτέ μ᾽ ὀ λυσιμέλης δόνει, γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον |
Ο Έρωτας – τώρα και πάλι ξανά –
αυτός που λύνει τα μέλη
δονεί με
πλάσμα γλυκόπικρο
ανίκητο σε μάχη
Το “δηὖτε” εδώ λειτουργεί ως ένας αναστεναγμός. Μακρόσυρτος από τη σύζευξη των λέξεων, τοποθετημένος στην αρχή μετά ακριβώς από το τυπικό υποκείμενο του ποιήματος (Έρως). Η ποιήτρια αντιλαμβάνεται την απειλή και γνωρίζει ότι είναι πια αργά. Είναι ένα μοτίβο που έχει ξαναζήσει. Επανέρχεται έρπον, πυκνό. Πάντοτε γνώριμο, όσες μορφές και αν αλλάξει.
Η Σαπφώ θα χρησιμοποιήσει τη λέξη και στο αριστουργηματικό απόσπασμα Lobel Page 22.9-13
Κέλομαί σε Γογγύλα
πέφανθι λάβοισα μα
γλακτίναν, σέ δηύτε
πόθος τ [έαυτος] αμφιπόταται.
Τάν κάλαν, ά γαρ κατάγωγις
αύτα επτόαισ’ ίδοισαν
έγω δέ χαίρω
καί γάρ αύτα δή
τόδε μέμφεταί σοι Κυπρογένεια.
Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά ‘ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν όμορφη,
και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.
( Μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη )
Ο Μάνος Χατζηδάκις μελοποίησε αριστουργηματικά το ποίημα. Η υπέροχη Φλέρυ Νταντωνάκη στην αξεπέραστη ερμηνεία της.
Ο Σπαρτιάτης ποιητής Αλκμάν γράφει:
|
Ἔρως με δηὖτε Κύπριδος ϝέκατι
Ο έρωτας – παλι ξανά – ορμή της Αφροδίτης γλυκός με πλημμυρίζει ζεσταίνει την καρδιά μου
Κάθε ένα από αυτά τα ποιήματα είναι εγρήγορση της τωρινής στιγμής, η οποία ανασύρει την ηχώ του παρελθόντος, πιο ζωντανή από ποτέ. Ο ποιητής κατορθώνει – όπως τονίζει η μεγάλη ποιήτρια και Ελληνίστρια Anne Carson στο βιβλίο της Eros the bittersweet – να σταθεί παράμερα, να μην αφομοιωθεί απόλυτα από την προσωπική εμπειρία αλλά να δημιουργήσει ένα χώρο μες τον οποίο υπάρχει απόσταση, μπορεί να αναπνεύσει.
Αυτή η τεχνική δίνει στα ποιήματα μεγάλη δραματική ένταση. Οι στιγμές είναι πραγματικές και ταυτόχρονα αποκομμένες από τον πραγματικό χρόνο. Όλα είναι βίωμα και υπάρχει ο χώρος να απλωθεί μες τις ψυχές των ακροατών και των αναγνωστών.
Κατά την Anne Carson δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Λυρικοί Ποιητές ανήκουν σε εκείνη τη γενιά η οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γραφή για να αποτυπώσει τη σκέψη και την τέχνη της. Η πράξη του προφορικού λόγου χαρακτηρίζεται από το εφήμερο, το πέταγμα, τη μόνιμη απώλεια της συλλαβής ήδη από τη στιγμή που έφυγε από τα χείλη μας.
Το αποτύπωμα της Γραφής
Στην πράξη της Γραφής αλλά και της ανάγνωσης μας δίνεται η δυνατότητα να συλλάβουμε, να χειραγωγήσουμε τη λέξη. Να προχωρούμε στο παρόν έχοντας μπροστά στα μάτια μας το μόνιμο ίχνος της λέξης, ως οντότητας ξεχωριστής και μόνιμης. Η λέξη δεν είναι πια μόνο ο ήχος της. Είναι και το μόνιμο ίχνος, στο οποίο μπορούμε να επιστρέφουμε και να συγκροτούμε τα σημεία που φτιάχνουν μια Ιστορία. Λέξη παρούσα μόνιμα μα και περαστική. Μια φευγαλέα αίσθηση πως ελέγχουμε το χρόνο. Ψευδαίσθηση φυσικά και όμως αληθινή ως βίωμα γλυκύπικρον .
Anne Carson
Μια ενδεικτική βιβλιογραφία για όποια και όποιον θα ήθελε να γνωρίσει τον ποιητικό λόγο της Anne Carson, ο οποίος θα μας συντροφεύσει και άλλες φορές. Ενδεικτικά:
|
Την Πρωτοχρονιά του 1895 δημοσιεύτηκε το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – “Ο Έρωτας στα Χιόνια” στην εφημερίδα Ακρόπολις. Στην απαγγελία είναι ο ηθοποιός Κώστας Καστανάς. Χρόνια πολλά σε όλους.
Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα.
Και αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς…· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. Το έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «Ο μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν.
Είχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Είχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Μασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
Κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Είχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Και αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.
Χειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Επάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. Η πρωία ενθύμιζε το δημώδες:
Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.
Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Και είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Εγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Είχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.
Και είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας. ― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!… να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια… Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Εφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Εξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Βαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Μαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.
Την άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν: ― Ένας Θεός θα μας κρίνη… κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Και είτα μετά στεναγμού προσέθετε: ― Κ’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη. Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Την άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον. ― Άσπρο σινδόνι… να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού… ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας… να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Εφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Μασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.
Ν’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Να σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!
Την άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον. Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος. Ηύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι. Εκλονήθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε: ― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!… Να είχαν οι θηλιές χιόνια… Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη.
Επιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Κατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Το ρόπτρον ήχησε δυνατά. ― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι; Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος. ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή. Το παράθυρον έτριξεν. Ο μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Το παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Μίαν στιγμήν ας αργοπορούσε! Ο μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Εδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!…»
Μόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Εχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος. ― Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε… ζωντανό σοκάκι. Εξεπιάσθη από την λαβήν του. Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
«Είχαν οι φωτιές έρωτα!… Είχαν οι θηλιές χιόνια!» Και το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Και αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος. Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.
Πηγή: https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F_%CE%88%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1