René Girard – Μια πρώτη Επαφή

 

 

René Girard: Παραθέτουμε το εισαγωγικό κείμενο του σεμιναρίου. Ευχαριστούμε τις φίλες και τους φίλους που ήταν μαζί μας.

 

Ο Girard γεννήθηκε στη Γαλλία. Το 1947 μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δίδαξε λογοτεχνία και συγκριτική φιλολογία. Τον γνωρίζουμε ωστόσο από το έργο του σχετικά με τις πηγές της βίας. Πρόκειται για μία θεωρία η οποία συγκεντρώνει αντιφατικά σχόλια τόσο στους κοσμικούς,όσο και στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Η βαθιά μελέτη της μυθολογίας αλλά και των μεγάλων κλασικών έργων τον οδήγησε να αναπτύξει μία θεωρία η οποία βασίζεται στη μίμηση και τον ανταγωνισμό. Ο Girard θεωρεί ότι η βία εκπορεύεται από αυτή τη μίμηση με έναν τρόπο που είναι ασυνείδητος και στην πραγματικότητα ακολουθεί τους ίδιους δρόμους κάθε φορά. Ακολουθεί μία τελετουργία, οδηγεί στο εξιλαστήριο θύμα, το οποίο στη συνέχεια θεοποιείται καθώς επιφέρει ξανά τη γαλήνη στην κοινωνική ομάδα.

 

 

 

 

Ακολουθώντας τα μεγάλα κείμενα

 

 

René Girard - Επιλέξαμε το εξώφυλλο από το βιβλίο του "η αρχαία οδός των ασεβών"

   Θεωρεί και σε μεγάλο βαθμό το αποδεικνύει ότι αυτοί οι κοινωνικοί μηχανισμοί είναι κρυμμένοι στα σπουδαία μυθιστορήματα, στους μύθους και στα ιστορικά κείμενα. Επίσης, θεωρεί ότι ο μηχανισμός κατονομάζεται για πρώτη φορά ως τέτοιος στα χριστιανικά Ευαγγέλια.  Το σημείο εκκίνησης είναι η μίμηση που δε σταματά να παράγει μίμηση. Ο ίδιος εστιάζει στη μίμηση που έχει σκοπό και αντικείμενο την απόκτηση, την οικειοποίηση, σε αντίθεση με τα περισσότερα κείμενα τα οποία αντιμετωπίζουν τη μίμηση ως απλή έκφραση θαυμασμού και μάθησης.

 

 

 

Η Περιγραφή

 

   Ο Girard στα κείμενα του θα μας περιγράψει δύο άτομα να επιθυμούν το ίδιο αντικείμενο. Στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν το αντικείμενο της επιθυμίας τους, η συμπεριφορά τους κλιμακώνεται και το αποτέλεσμα είναι η έξαρση της βίας.  Όσο η διαδικασία προχωρά, τόσο οι δύο αντίπαλοι αρχίζουν να μοιάζουν όλο και περισσότερο στη συμπεριφορά. Καταλήγουν αδιαφοροποίητοι.

 

 

 

Η Κυρίαρχες απόψεις για την Πηγή της Βίας

 

   Με αυτό τον τρόπο ο Girard έρχεται σε αντίθεση με τις κυρίαρχες θεωρίες που βασίζονται στην επιθετικότητα και τη σπανιότητα των πόρων ως πηγές των συγκρούσεων. Τέτοιες θεωρίες προτείνουν ως κυρίαρχη αιτία για τα προβλήματα των κοινωνιών τη συγκέντρωση του πλούτου και των πηγών στα χέρια λίγων και ισχυρών. Κατά συνέπεια, την εκμετάλλευση και την αποικιοκρατία . Ο Girard  φυσικά δεν αρνείται αυτή την πραγματικότητα, ωστόσο θεωρεί ότι δεν είναι επαρκής για να εξηγήσει την ποικιλία των περιπτώσεων γύρω μας στις οποίες συναντάμε σύγκρουση. Πιστεύει ότι μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα το θέμα της βίας, αν δούμε τη μίμηση ως προσπάθεια οικειοποίησης.

 

   Με βάση αυτή την ανάγνωση η επιθετικότητα είναι εκδήλωση του προβλήματος, όχι η αιτία που δημιουργεί το πρόβλημα. Από τη στιγμή που η σύγκρουση μοιάζει να είναι μία πανανθρώπινη πραγματικότητα,  ενώ η επιθετικότητα είναι εμφανής σε συγκεκριμένες μορφές σύγκρουσης, επισημαίνει ότι πιθανόν η επιθετικότητα δεν είναι μία καθολική αιτία. Με τον ίδιο τρόπο προσεγγίζει και τη σπανιότητα των πόρων. Για παράδειγμα, προσεγγίζοντας τον χώρο της ηθολογίας, τονίζει ότι η σπανιότητα στο ζωικό κόσμο δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την επιθετική συμπεριφορά κατώτερων, πιο αδύναμων αρσενικών προς περισσότερο κυρίαρχα.

 

 

 

Προσπάθεια Ερμηνείας της Πηγής της Βίας

 

   Η μίμηση με τον τρόπο που την προσεγγίζει έχει τη δυνατότητα να ερμηνεύσει την πηγή της βίας. Ένα παράδειγμα από την καθημερινή μας ζωή μπορεί να φωτίσει καλύτερα τη σκέψη του. Ας φανταστούμε δύο παιδιά που παίζουν. Το ένα από τα δύο παρατηρεί ένα παιχνίδι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε περάσει απαρατήρητο. Όταν το πρώτο παιδί εντοπίσει το παιχνίδι και επιχειρήσει να το οικειοποιηθεί, το άλλο παιδί παρατηρώντας τη διαδικασία και μιμούμενο το πρώτο οδηγείται να το επιθυμήσει με τη σειρά του. Εδώ, είναι η στιγμή που γεννιέται η σύγκρουση.

 

   Η θεωρία του Girard προτείνει κάτι που σε πρώτη ανάγνωση μας φαίνεται –  αφού μας το υποδείξουν –  εύκολα κατανοητό. Στην περίπτωση που το πρώτο παιδί δεν είχε στραφεί σε μία πράξη απόκτησης, όσον αφορά το παιχνίδι,  το πιθανότερο είναι ότι το δεύτερο παιδί δεν θα είχε ποτέ ασχοληθεί με το συγκεκριμένο αντικείμενο.  Αν παρατηρήσουμε, ωστόσο,  ότι το σύνολο της ανθρώπινης ζωής βασίζεται στην απόκτηση αναγκαίων αποκτημάτων -όσο και μη αναγκαίων φυσικά – καταλαβαίνουμε ότι η σύγκρουση είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης ζωής.

 

 

 

 

Ο Μηχανισμός στην καθημερινότητά μας

 

   Κάθε φορά που ένας από μας παρατηρεί κάποιον άλλον να επιθυμεί ένα αντικείμενο,  ενδεχομένως η επιθυμία να ξυπνά και σε εμάς για το ίδιο αντικείμενο.  Εννοείται ότι θα μπορούσαμε να δούμε ως αδύναμο σημείο στη θεωρία του το ότι προτείνει την αντιπαλότητα ως τη βασική δυναμική στις ανθρώπινες σχέσεις.  Διαβάζοντάς τον, δυσκολευόμαστε να φανταστούμε μία μορφή συνεργασίας να αναδύεται. Ο Girard δεν προτείνει έναν μηχανισμό ο οποίος θα μας παρουσίαζε τη γενικευμένη συνεργασία στις κοινότητες και σε ένα βαθμό αυτό είναι λογικό καθώς στόχος του είναι να μας υποδείξει τον μηχανισμό της σύγκρουσης.

 

   Και όμως μέσα στη θεωρία του θα ανακαλύψουμε το μηχανισμό της μέγιστης ομοθυμίας. Οι κοινωνίες ομοθυμούν και συνεργάζονται απόλυτα τη στιγμή που επιλέγουν και εξοντώνουν το εξιλαστήριο θύμα.

 

 

 

Το Πρότυπο

 

   Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη θεωρία του Ζιράρ πρέπει να εντάξουμε στην ανάλυσή μας και το ρόλο του προτύπου. Ας φανταστούμε μία διάσημη ηθοποιό και μία έφηβη που τη θαυμάζει. Η ηθοποιός λειτουργεί ως πρότυπο για την  έφηβη. Επιθυμεί κάτι, η έφηβη θαυμάστριά της θα μιμηθεί την επιθυμία του προτύπου της.

 

   Ας αντιδιαστείλουμε  την άποψη του φιλοσόφου Hegel για την επιθυμία με όσα μας λέει o Girard.

 

  Ο Hegel θα πει ότι η επιθυμία επιθυμεί την επιθυμία του άλλου. Ο Girard θα πει ότι η επιθυμία είναι μιμητική και οικειοποιητική.  Δεν επιθυμεί την επιθυμία του άλλου ως επιθυμία αυτή καθαυτή αλλά μιμείται την επιθυμία του άλλου για ένα αντικείμενο. Η πραγματική αιτία είναι ο Άλλος.

 

 

Η Μίμηση ως κατεξοχήν τρόπος Μάθησης

 

   Σε κάποιο επίπεδο η θεωρία του Ζιράρ προσιδιάζει σε σύγχρονες συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις, κάτι που μας ξενίζει καθώς από αυτές λείπει έντονα το στοιχείο της αυτενέργειας. Οι θεωρητικοί για παράδειγμα της κοινωνικής μάθησης δηλώνουν ότι τα άτομα μαθαίνουν παρατηρώντας τους άλλους είτε με πρόθεση είτε τυχαία. Αυτή η διαδικασία αποδίδεται στα αγγλικά ως “ modelling” και στα δικά μας ως “μάθηση μέσω μίμησης του προτύπου”. Η διαδικασία επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το κοινωνικό status και η ομοιότητα προς εμάς.

 

  Ο Girard ουσιαστικά ισχυρίζεται εκλογικεύοντας μία τέτοια θέση ότι “κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι προϊόν μαθήσεως και κάθε μάθηση είναι βασισμένη στη μίμηση”.

 

 

Ένα Παράδειγμα 

 

   Ας προσεγγίσουμε τώρα ένα ακόμα παράδειγμα. Μπορούμε να φανταστούμε έναν διάσημο ερευνητή καθηγητή και έναν φιλόδοξο φοιτητή του. Ο καθηγητής λειτουργεί ως πρότυπο για τον φοιτητή και συνειδητά και έντιμα θεωρεί ότι προσπαθεί να τον βοηθήσει να γίνει και ο ίδιος ένας εξαίρετος επιστήμονας. Το ίδιο και ο φοιτητής θεωρεί ότι ο θαυμασμός που νιώθει είναι ειλικρινής και πηγαίος.

 

   Σε κάποια στιγμή του ακαδημαϊκού έτους ο καθηγητής μας επιδιώκει μία επιχορήγηση για το εκπαιδευτικό του έργο. Λειτουργώντας ως μεσολαβητής της επιθυμίας, ο καθηγητής άθελά του εμβάλλει την επιθυμία για μία παρόμοια επιχορήγηση στον  φοιτητή του. Σε αυτό το σημείο έχουμε την εμφάνιση της οικειοποιητικής επιθυμίας καθώς και τα δύο μέρη επιθυμούν το ίδιο πράγμα, στην περίπτωσή μας την επιχορήγηση.

 

 

 

Η Εξωτερική Μεσολάβηση

 

   Επίσης αυτό το στάδιο στη θεωρία μας ονομάζεται και στάδιο της “εξωτερικής μεσολάβησης”, εφόσον ακόμα βρισκόμαστε στην εκδήλωση της επιθυμίας για το εξωτερικό αντικείμενο, που στην περίπτωσή μας είναι η επιχορήγηση. Καθώς οι επιθυμίες γίνονται πιο έντονες οι πράξεις τους επίσης γίνονται πιο έντονες. Οι επιθυμίες οξύνονται ακριβώς επειδή η επιθυμία είναι μιμητική.

 

 

Η Ενίσχυση της Επιθυμίας

 

Ο καθηγητής μας παρατηρεί ότι και ο φοιτητής επιθυμεί την επιχορήγηση και αυτό επιβεβαιώνει και ισχυροποιεί τη δική του επιθυμία. Όσο περνά ο καιρός, τόσο σιγουρεύεται ότι η επιθυμία του αφορά ένα αντικείμενο που αξίζει να το επιθυμεί κανείς. Ο καθηγητής μας εκτιμά τον φοιτητή του,  όπως βέβαια και ο φοιτητής τον καθηγητή.  Καθώς οι δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας μας εντείνουν τις προσπάθειές τους να αποκτήσουν την επιχορήγηση,  σταδιακά επικεντρώνονται ο ένας στον άλλο σε βαθμό που σχεδόν ξεχνούν το αντικείμενο που επιθυμούν.

 

 

Η Εσωτερική Διαμεσολάβηση

 

Βρισκόμαστε πλέον στην “εσωτερική διαμεσολάβηση”, εφόσον ο στόχος είναι η επικράτηση και όχι το αντικείμενο που πια προβάλλει ως πρόφαση, αφορμή. Αυτή η αλλαγή παρουσιάζει ανάγλυφα την ικανότητα να δημιουργήσουμε μία μεταφυσική επιθυμία για την ίδια την επιθυμία, όχι απλά για την επιθυμία του αντικειμένου.

 

 

Οι Διπλοί

Στο στάδιο που βρισκόμαστε τα όρια ανάμεσα στο πρότυπο και το εμπόδιο είναι συγκεχυμένα. Οι δύο πρωταγωνιστές μας έχουν σχεδόν συγχωνευτεί και είναι ταυτόχρονα και το πρότυπο και το εμπόδιο ο ένας για τον άλλον. Πλέον, βρισκόμαστε στο επόμενο στάδιο στη “συγκρουσιακή μίμηση”. Σε αυτό το σημείο, αν οι πρωταγωνιστές μας είχαν τη δυνατότητα να δουν τους εαυτούς τους, θα συνειδητοποιούσαν ότι έχουν γίνει διπλοί, ομοιότυπα.  Αυτό που μιμούνται είναι την άνοδο της έντασης στη μίμηση τους.

 

Αυτή η τριγωνική φύση της διαδικασίας, ανάμεσα στον μεσολαβητή – πρότυπο και τον φοιτητή από τη μία στη βάση του τριγώνου και το αντικείμενο της επιθυμίας στην κορυφή εξερευνάται στο έργο “Ψέμα, επιθυμία και μυθιστορηματική αλήθεια.  Εκεί αναπτύσσει τις εκδηλώσεις του ανταγωνισμού που εντείνεται διαρκώς, όπως και τις επιπτώσεις του.

 

 

Ποιον Επιθυμούμε πραγματικά;

 

   Η επιθυμία για το αντικείμενο είναι στην ουσία της μία επιθυμία προς τον μεσολαβητή – πρότυπο. Στην εσωτερική μεσολάβηση, αυτή η επιθυμία προκαλείται από το ίδιο το πρότυπο.  Γοητευμένο από το πρότυπο του, το άτομο που θαυμάζει δεν αρκείται στο ρόλο του πιστού υποτελούς. Το μόνο που σκέφτεται είναι να αποκηρύξει τα δεσμά της μεσολάβησης. Τα δεσμά ωστόσο όλο και δυναμώνουν, καθώς η επιθετικότητα που εισπράττει από το πρότυπο του αντί να μειώνει το κύρος του, αντίθετα το αυξάνει. Το υποκείμενο βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πολύ έντονα συναισθήματα προς το πρόσωπο που ονομάζουμε πρότυπο – μεσολαβητή. Τον πιο υποτακτικό σεβασμό από τη μία και την πιο έντονη εχθρότητα από την άλλη. Πρόκειται για το πάθος που ονομάζουμε “μίσος”.

 

   Αν το σκεφτούμε, μόνο κάποιος ο οποίος μας εμποδίζει από την ικανοποίηση μιας επιθυμίας που ο ίδιος μας ενέπνευσε μπορεί να γίνει πραγματικά αντικείμενο μίσους.

 

   “Το πρόσωπο που μισεί, πρώτα μισεί τον εαυτό του για τον μυστικό θαυμασμό που επικαλύπτει η εχθρότητα.”

 

 

Η Αλλαγή της Εστίασης

 

    Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμά μας,  ο καθηγητής και ο φοιτητής καθώς ανταγωνίζονται για την επιχορήγηση αλλάζουν εστίαση. Ο σκοπός τους είναι να εμποδίσουν ο ένας τον άλλον. Ο κάποτε καλός, πιστός φοιτητής, βρίσκει τον εαυτό του να μισεί το πρότυπο του. Σε αυτό το σημείο ο φοιτητής δεν είναι πλέον φοιτητής απλά, και το πρότυπο δεν είναι απλά το πρότυπο που ενέπνευσε την επιθυμία. Το πρότυπο βλέπει τον φοιτητή ως ίσο. Μεταμορφώθηκε σε ανταγωνιστή και κάτι ακόμα περισσότερο.  Ένα ομοιότυπο του εαυτού του. Και τα δύο μέρη παλεύουν με τη σύγκρουση να μισούν και να αγαπούν ο ένας τον άλλον ταυτόχρονα.

 

   Αυτή η εσωτερική σύγκρουση τους βασανίζει τόσο, που επιθυμούν με κάθε τρόπο να την ξεπεράσουν. Πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να γίνει εκμηδενίζοντας τον άλλον. Επιδιώκοντας την εξόντωση του διπλού τους, του όμοιού τους στην πραγματικότητα επιδιώκουν την εξόντωση του εαυτού τους. Είναι ενδεχόμενο σε αυτό το σημείο βία να ξεσπάσει ανάμεσα τους. Μέσα στο πλαίσιο του πολιτισμού συνήθως αυτή η βία, αυτή η σύγκρουση θα μεταβιβαστεί σε ένα νέο αντικείμενο που λειτουργεί ως υποκατάστατο.

 

 

Είσοδος του Αποδιοπομπαίου Τράγου

 

   Εδώ βρισκόμαστε στο δεύτερο σημαντικό σημείο της θεωρίας μας. Έχουμε την είσοδο στη σκηνή ενός αποδιοπομπαίου τράγου, κάτι απαραίτητο εξαιτίας του συνεχόμενου κύκλου έντασης και βίας ανάμεσα στους ομοίους. Ο θυμός και η επιθετικότητα πρέπει να διασκορπιστεί. Μία άλλη δυνατότητα θα ήταν να παράξει το υλικό για μία μεταμόρφωση μέσω ενδοσκόπησης και διαλογισμού ( κάτι που να προσιδιάζει σε μία ψυχαναλυτική η πνευματική προσέγγιση).

 

   Ο Girard μοιάζει να αποδέχεται το δυτικό επιστημονικό μοντέλο του θυμού, ως ένα φυσικό συναίσθημα του ανθρώπινου όντος.

 

   … “η φυσιολογία της βίας έχει μικρή απόκλιση από το ένα άτομο στο άλλο ακόμα και από έναν πολιτισμό στον άλλον”

 

 

 

Η Βία ως Σώμα 

 

   Από τη στιγμή που ξυπνά, η επιθυμία για βία ενεργοποιεί συγκεκριμένες αλλαγές στο σώμα των  ανθρώπων. Τους προετοιμάζει για μάχη. Αυτή η διάθεση προς βία δεν εξαφανίζεται, όταν φύγει η αρχική αιτία ενεργοποίησης. Η Ιστορία μας διδάσκει ότι είναι πολύ πιο δύσκολο να κατευνάσουμε μία διάθεση προς βία από το να την προκαλέσουμε,να την εγείρουμε, ειδικά μέσα στο πλαίσιο μιας κανονιστικής κοινωνικής συμπεριφοράς.

 

   Καθώς στη θεωρία του Girard τα συναισθήματα έχουν έναν πολύ έντονο ρόλο,  απαιτείται μία κάθαρση, ένα γεγονός δραματικό που θα κατευνάσει την ένταση. Σε πολλές περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι η βία ανάμεσά μας. Το διαπιστώνουμε συχνά στις καθημερινές μας συναλλαγές. Μία λογομαχία που ξαφνικά παίρνει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Ο Girard κατευθύνει τη σκέψη μας στις περιπτώσεις που ο διάλογος και η συναίνεση δεν επαρκούν για να λυθεί η σύγκρουση.

 

   Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει στον άνθρωπολόγο μας ότι κάθε σύγκρουση μπορεί δυνητικά να αντιμετωπιστεί μέσω του διαλόγου και της συναίνεσης. Σίγουρα όμως αυτό είναι κάτι μάλλον δεοντολογικό και όχι πραγματικό.

 

 

 

Ο Φαρμακός

 

   Ας επανέλθουμε όμως στο εικονικό μας παράδειγμα. Τον καθηγητή και τον φοιτητή του. Αντί να καταστρέψει ο ένας τον άλλον, εστιάζουν τη σύγκρουσή τους σε κάτι άλλο, εξωτερικό. Την επαναπροσδιορίζουν. Θα ψάξουν και θα ανακαλύψουν έναν τέταρτο παράγοντα στην τριαδική φύση της μΙμητικής επιθυμίας. Πιστεύοντας ότι κοιτάζουν πιο ψύχραιμα την ιστορία της αντιπαλότητας τους, ανακαλύπτουν αυτό που θεωρούν την πραγματική αιτία της σύγκρουσης. Τον αποδιοπομπαίο τράγο

 

   “Στην περίπτωση που η οικειοποιητική μίμηση χωρίζει, οδηγώντας δύο ή περισσότερα υποκείμενα να στραφούν προς το ίδιο αντικείμενο έχοντας την επιθυμία να το οικειοποιηθούν, η συγκρουσιακή μίμηση θα τους ενοποιήσει αναπόφευκτα στο να συγκλίνουν στον ένα και μοναδικό αντίπαλο που όλοι επιθυμούν να καταστρέψουν.”

 

   Ο Ζιράρ δεν μας εξηγεί λεπτομερειακά στα έργα του πώς προκαλείται η συνεργασία και η ενοποίηση ενάντια στο εξιλαστήριο θύμα, ούτε και επιμένει σε λεπτομέρειες που θα μας φώτιζαν όσον αφορά το αναπόφευκτο της πράξης. Προφανώς, η διαδικασία είναι αναπόφευκτη στο βαθμό που – εάν δεν εμφανιστεί – τότε η βία μέσα στην κοινότητα θα συνεχίσει να κλιμακώνεται με κίνδυνο την καταστροφή της.

 

 

Το Θύμα δεν είναι τυχαίο

 

   Το σημαντικό κατά τον Ζιράρ είναι πως το εξιλαστήριο θύμα είναι τυχαίο. Στην περίπτωση των πανεπιστημιακών μας, η επιχορήγηση που τους ώθησε στη σύγκρουση έδωσε τη θέση της σε κάποιο πρόσωπο που ήταν κοντά τους και ήταν ευάλωτο. Οι πανεπιστημιακοί θα μεταβιβάσουν όλη την επιθετικότητα και τη βία σε μία γυναίκα από το Ιράκ η οποία προσελήφθη από το πανεπιστήμιο για ένα εξάμηνο, ώστε να διδάξει ισλαμικές σπουδές. Η ίδια, μία πρόσφυγας που αναζήτησε άσυλο. Θα την στοχοποιήσουν.  Είναι, προφανώς η αιτία που οι επιχορηγήσεις είναι δύσκολες σε αυτό το πανεπιστήμιο. Η άφιξη της χάλασε το όμορφο ειρηνικό κλίμα. Είναι σίγουρα η πραγματική αιτία της σύγκρουσης.

 

 

Οι Αναγκαίες Συνθήκες 

 

   Υπάρχουν κάποιες συνθήκες που πρέπει να πληρούνται, ώστε να έχουμε την επιλογή του εξιλαστηρίου θύματος. Καταρχάς, και εξ ορισμού πρόκειται για ένα τυχαίο θύμα, τυχαίο στον βαθμό που στην πραγματικότητα δεν έχει καμία άμεση σχέση με τα προβλήματα που έχουν οδηγήσει στην κοινωνική αναστάτωση. Από την άλλη, το θύμα δεν είναι τυχαίο στο βαθμό που όλα τα εξιλαστήρια θύματα συγκεντρώνουν κάποια κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στο Ζιράρ να τα ταυτοποίησει ως ξεχωριστά γκρουπ ανθρώπων.

 

   Συνήθως είναι κάποιοι ή κάποιος που έρχεται ως προέλευση έξω από την κοινότητα, στα όρια της κοινότητας, όχι κάποιος εντελώς ξένος σε αυτήν. Ανήκει στην κοινότητα, έχει όμως χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν.  Η λίστα είναι μεγάλη: ορφανά παιδιά, ηλικιωμένοι,  όσοι έχουν σωματικές δυσμορφίες,  γυναίκες, μειονότητες κάθε είδους, οι άποροι, οι έχοντες οποιοδήποτε φυσικό ή πραγματικό ελάττωμα το οποίο δεν μπορούν να κρύψουν.

 

   Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η λίστα είναι μία λίστα που κατά κάποιον τρόπο μπορεί να μας περιβάλλει όλους σε κάποια στιγμή της ζωής μας. Δεν θα ήταν πραγματικά δύσκολο το να βρει κανείς ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Από την άλλη, η δυσκολία έγκειται, όταν προσπαθούμε να προβλέψουμε ποιο πρόσωπο ή ποια ομάδα προσώπων θα αποτελέσουν εξιλαστήρια θύματα, πριν συμβεί το γεγονός.

 
Το Θύμα είναι ευάλωτο, δεν μπορεί να κρυφτεί

   Ένα βασικό στοιχείο εδώ είναι ότι αυτά τα άτομα ξεχωρίζουν, δεν μπορούν να κρύψουν τα χαρακτηριστικά τους ειδικά σε στιγμές γενικευμένου χάους και έντασης. Είναι, επομένως, πιο ευάλωτα και άρα πιο εύκολο να στοχοποιηθούν. Τα άτομα αυτά, ωστόσο, όσο και οι ομάδες δεν επιλέγονται ως θύματα μόνο και μόνο επειδή είναι πιο εύκολο να επισημανθούν και είναι πιο ευάλωτα. Έχουν επιλεγεί ως θύματα διότι “φέρουν πάνω τους τα σημάδια του θύματος”. Εξαιτίας της ευπάθειας και της μοναδικότητας του θύματος, οι επιτιθέμενοι ( η πλειοψηφία) εύκολα προσδίδουν σε αυτούς τους ανθρώπους τη στάμπα ότι οφείλουν να θυματοποιηθούν. Η ανθρώπινη Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα στοχοποίησης του διαφορετικού ή αυτού που μπορεί να γίνει διαφορετικό.

 

 

Τα Ευαγγέλια Επισημαίνουν

 

    Ο Girard κάνει αναφορά στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, στο σημείο που οι μαθητές ρωτούν για τον άνθρωπο ο οποίος γεννήθηκε τυφλός και αναρωτιούνται εάν αυτό είναι σφάλμα δικό του ή των γονιών του. Η ανθρώπινη Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα που οι κοινότητες κατηγορούν τον άρρωστο, τον χαρισματικό, τον ανάπηρο ως υπεύθυνο της εξάπλωσης του κακού, της νόσου.

 

    Ο Ζιράρ διαβάζει προσεκτικά τους μύθους και τα ιστορικά κείμενα στην προσπάθειά του να εξηγήσει τη βία που προκαλείται από την αντιπαλότητα του προτύπου και του ανταγωνιστή, οι οποίοι τώρα λειτουργούν ως όμοιοι (doubles). Αφού έχουν ενοποιηθεί και η έντασή τους έχει οξυνθεί από τη μιμητική διαδικασία ανακαλύπτουν ένα θύμα. Πιστεύουν ειλικρινά και απόλυτα πως είναι η πραγματική αιτία του κακού, της βίας που προηγήθηκε και ακολουθούν τη μόνη λογική πορεία κατά τη γνώμη τους. Την καταστροφή του θύματος.

 

 

Ο Μιμητικός Κύκλος

 

   Η καταστροφή του θύματος είναι μέρος του μιμητικού κύκλου. Καθώς ο ένας από τους “ομοίους” συνειδητοποιεί ότι αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο, το θύμα, είναι η αιτία για όλα τα προβλήματα, ο άλλος στο ζεύγος σπρωγμένος από τον μιμητισμό βλέπει ακριβώς το ίδιο. Και από την ιστορική προοπτική αλλά και από την ψυχο-κοινωνική είναι απαραίτητο για ολόκληρη την κοινότητα να υπάρχει ομοφωνία για την εξόντωση του θύματος.  Η διαδικασία ωστόσο δεν είναι λογική, όπως οι θυσιαστές πιστεύουν. Ενώ είναι καθόλα σίγουροι ότι το θύμα είναι απόλυτα υπεύθυνο για την κοινωνική αναταραχή και ότι η πράξη τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη και απαραίτητη από την άλλη δεν μπορούν να δουν ότι το θύμα είναι τυχαίο. Πάρα ταύτα μόλις η διαδικασία ξεκινήσειι, μία γενική ομοθυμία μέσω της μίμησης απλώνεται στην κοινότητα.

Η Θυσιαστική Ομοθυμία 

 

    Σύμφωνα με τον Girard, καθώς η κοινότητα είναι συγκεντρωμένη και έχει συμφωνήσει στον στόχο της εξολόθρευσης, το θύμα εξοντώνεται. Το μοτίβο αυτό φωτίζεται σε πολλές περιπτώσεις ιστορικές και μυθολογικές. Οι συμπτώσεις και οι ομοιότητες είναι τόσο χτυπητές, ώστε αυτός ο μηχανισμός έγινε το θεμέλιο για τη θεωρία της βίας ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας,  την ανάπτυξη της τελετουργίας που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό και φυσικά την εξάχνωση της βίας μετά τη θυσία.

 

   Ως παράδειγμα περιγράφεται η διαδικασία μέσω της οποίας ο εβραϊκός πληθυσμός θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη βουβωνική πανώλη σε πολλές μεσαιωνικές πόλεις κάτι που οδήγησε στο σφαγιασμό του. Επίσης, είναι χαρακτηριστικές οι ομοιότητες που συναντάμε στις δίκες των μαγισσών του μεσαίωνα. Χρησιμοποιεί ιστορικά κείμενα τα οποία αποκαλύπτουν τη θέση των διωκτών. Μας παρουσιάζει με αυτό τον τρόπο ένα φαινόμενο σχεδόν ομαδικής τύφλωσης μπροστά στην αλήθεια.

 

 

Αφήνοντας τα ίδια τα κείμενα να μιλήσουν

 

   Μέρος της δύναμης που έχει η θεωρία του Ζιράρ έγκειται στο γεγονός ότι η ανάλυση στα κείμενα και στα ιστορικά ντοκουμέντα είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητηθεί.  Παρατηρείται μία τυπολογία που επαναλαμβάνεται με ακρίβεια στις περιπτώσεις της συλλογικής βίας.  Παρότι η βαθύτερη ανάλυση των γεγονότων μπορεί να μας αποκαλύψει και άλλες αιτίες, άλλες διαδρομές,  το γεγονός παραμένει, όπως σωστά επισημαίνεται, ότι μεγάλες κοινωνικές ομάδες που θεωρητικά συγκροτούνται από λογικά όντα με ευρύ ορίζοντα σκέψης, με κάποιον τρόπο μεταμορφώνονται σε δολοφονικές, παράλογες κοινότητες ικανές για απίστευτη βαρβαρότητα.  Αυτό το μοτίβο εγείρει πάντα την ίδια ερώτηση.

 

   Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι να επιβάλουν στους συνανθρώπους τους τόση βία;

 

   Ο Girard πιστεύει ότι ο μηχανισμός πίσω από το μοτίβο είναι η μίμηση.  Ως βάση έχουμε τη σκέψη ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να ακολουθούν σαν πρόβατα σε παρόμοιες συνθήκες.  Η ιστορική του ανάλυση μας δείχνει ότι το μοτίβο μοιάζει να εξελίσσεται απαράλλαχτο στο πέρασμα των αιώνων. Η μεθοδολογία του βασίζεται στην ιστορική ανάλυση. Αφήνει τα κείμενα να μιλήσουν αποφεύγοντας ψυχολογικές και κοινωνιολογικές θεωρίες για να στηρίξει τη θέση του.

 

 

Η Θεωρία του Girard και οι Ανθρωπιστικές Επιστήμες

 

    Η θεωρία του Girard δεν έγινε δυνατό να ενοποιήσει τον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών. Πάρα ταύτα η θεωρία της κοινωνικής μάθησης και η ψυχολογική θεωρία των συστημάτων επιβεβαιώνουν μέρος των συμπερασμάτων του. Πολλές έρευνες έχουν γίνει προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε όλες τα άτομα θεωρούν ότι είναι άνθρωποι λογικοί, υπεύθυνοι, γεμάτοι ανοχή και κατανόηση.  Όταν βρεθούν όμως σε ομάδες, και αυτές οι ομάδες περάσουν μέσα από διαδικασία πίεσης από αυταρχικές δυνάμεις λειτουργούν εντελώς διαφορετικά.

 

   Ο Girard θεωρεί ότι η δική του θεωρία για τη βία η οποία βασίζεται στη μίμηση δεν έρχεται σε αντίθεση με αντίστοιχες θεωρίες που αναπτύχθηκαν στην προσπάθεια να εξηγηθεί ειδικά το ναζιστικό έγκλημα. Η Hanna Arendt εστίασε την προσοχή της στην κοινοτοπία του κακού (Banality of Evil) παρακολουθώντας και καταγράφοντας τη δική του ναζί Eichmann στην Ιερουσαλήμ. Η πρόταση της Arendt είναι ότι η απουσία κριτικής σκέψης επιτρέπει την εξάπλωση του κακού. Αυτό ο Girard το ενσωματώνει ως ένα μηχανισμό που τυφλώνει το πλήθος τη στιγμή της μίμησης. Όπως περιγράφει στα έργα του, οι μελέτες που ακολουθούν την καταστροφή του θύματος κάνουν λόγο για απουσία κριτικής σκέψης και αναρωτιούνται για μία συμπεριφορά ανεξήγητη. Ο Girard αυτή τη συμπεριφορά την τοποθετεί στις συνέπειες που η μίμηση οδηγεί ολόκληρες ομάδες ανθρώπων να εκτονώσουν τη συλλογική βία η οποία υποσκάπτει τα θεμέλια της.

 

 

Το Πείραμα του Stanley Milgram

 

   Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει το πείραμα που έγινε από τον Milgram σε μία σειρά από άτομα. Αυτοί που καθοδηγούσαν το πείραμα έδιναν την εντολή σε μία ομάδα να κάνει ηλεκτροσόκ σε μία δεύτερη ομάδα ανθρώπων. Η αιτιολογία ήταν ότι η δεύτερη ομάδα “όφειλε” να “μάθει” κάποια πράγματα και επομένως με τον τρόπο αυτό θα βελτίωναν τη μαθησιακή τους ικανότητα. Κάθε φορά που οι “μαθητευόμενοι” έκαναν κάποιο λάθος τα άτομα της πρώτης ομάδας παροτρύνονταν να εκτελέσουν ηλεκτροσόκ με αυξανόμενη ένταση, όσο τα λάθη αυξάνονταν. Το πραγματικό υποκείμενο του τεστ ήταν τα άτομα της πρώτης ομάδας χωρίς φυσικά να το γνωρίζουν. Οι ερευνητές τούς είχαν χορηγήσει ένα μικρό ηλεκτροσόκ πριν το ξεκίνημα του πειράματος. Γνώριζαν, επομένως, πως είναι το αίσθημα και είχαν ενημερωθεί πως τα ηλεκτροσόκ που θα μετέδιδαν θα ήταν πολύ πιο ισχυρά και επώδυνα.

 

 

 

Ο πραγματικός σκοπός του Πειράματος 

 

   Στην πραγματικότητα αυτό που ενδιέφερε τους μελετητές ήταν να ερευνήσουν την επωδό που άκουγαν από τους ναζί στρατιώτες, ότι εκτελούσαν απλά διαταγές. Προσπάθησαν λοιπόν να δουν πώς θα αντιδρούσαν “πολιτισμένοι” και ευρισκόμενοι” σε πολύ λιγότερο δύσκολες συνθήκες Αμερικανοί.

 

   Η έκπληξη του Μίλγκραμ ήταν μεγάλη, όταν τα ηλεκτροσόκ διαδέχονταν το ένα το άλλο ακόμα και όταν  ο μαθητευόμενος είχε σταματήσει να απαντά και ενώ προηγουμένως είχε χτυπήσει στον τοίχο δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο. Τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων χορήγησαν 450 βολτ, το ανώτατο όριο του σοκ.

 

   Η πρώτη ομάδα δεν είχε επαφή με τη δεύτερη και αυτό που γνώριζαν είναι ότι, όταν σταματούσαν οι απαντήσεις, αυτό σήμαινε ότι το υποκείμενο στο δεύτερο δωμάτιο είχε χάσει τις αισθήσεις του.

 

 

Το αποτέλεσμα του Πειράματος

 

   Το πείραμα του Milgram αποδεικνύει δυστυχώς ότι λογικοί και έξυπνοι άνθρωποι είναι πολύ εύκολο να κάνουν κακό σε άλλους. Το μόνο που χρειάζεται είναι μία οδηγία από μία πηγή που τη θεωρούν αυθεντία ή ιεραρχικά ανώτερη. Παρόμοια πειράματα έφεραν παρόμοια αποτελέσματα.  Σε αρκετές περιπτώσεις είχαμε συμπεριφορές παράλογες και απάνθρωπες.

 

   Αρκετές θεωρίες έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν τη βαρβαρότητα και τη σκληρότητα που ασκείται από μεγάλες κοινωνικές ομάδες.  Μία από αυτές είναι η θεωρία του Blumer. Ο συγκεκριμένος αντιδιαστέλλει τις “κυκλικές αντιδράσεις” με τις “ερμηνευτικές αντιδράσεις”.  Όταν τα μέλη μιας ομάδας βρίσκονται σε μία διαδικασία ερμηνευτικών αντιδράσεων, επιχειρούν να ερμηνεύσουν, όσο μπορούν καλύτερα, τη συμπεριφορά των άλλων, προτού οδηγηθούν σε κάποια πράξη.

  

 

   Αντίθετα στις “κυκλικές αντιδράσεις” τα μέλη μιας ομάδας αδυνατούν να εξετάσουν και να ερμηνεύσουν σωστά μία κατάσταση που έχει να κάνει με συμπεριφορές άλλων ανθρώπων.  Όταν αυτό συμβαίνει, τα μέλη της δικής τους ομάδας έχουν την τάση να τους ακολουθούν στην εσφαλμένη εκτίμηση. Το αποτέλεσμα είναι μία κυκλική κλιμάκωση, μία διάχυση, που μπορεί πολύ δύσκολα να αντιμετωπισθεί.

 

 

Η Ταύτιση με την Ομάδα
 

   Ας παρακολουθήσουμε τα ίδια τα λόγια του Blumer: Καταρχάς, όταν κάποιος ταυτίζεται με μία μεγάλη ομάδα το συναίσθημα που νιώθει να αναδύεται είναι αυτό μίας σχεδόν μεταφυσικής μεταμορφωτικής δύναμη. Η αίσθηση του συλλογικού μπορεί στη συνέχεια να ενισχύσει, να επηρεάσει, ή να εμποδίσει το υποκείμενο στη δραστηριότητά του. Το συλλογικό επιβάλλεται σε αυτές περιπτώσεις απόλυτα στο ατομικό.

 

   Στη συνέχεια αυτή η μετάπτωση στο συλλογικό κλείνει την πόρτα στο διάλογο και σε κάθε μορφή διαμεσολάβησης. Από εκεί και πέρα έχουμε κυκλικές αντιδράσεις, μη ελεγχόμενες πλέον.

 

 

Η Λειτουργία του Πλήθους
 

   Η σημασία του πλήθους ( όχλος )  και της συμπεριφοράς του μπορεί να ανιχνευθεί σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο ο όχλος  έχει τη δυνατότητα να επιδράσει καταλυτικά στις οποίες ατομικές δομές απελευθερώνοντας τα άτομα από παραδοσιακές αξίες και νόρμες. Στο δεύτερο, η δύναμη του όχλου κάνει το άτομο έτοιμο να ριχθεί σε πράξεις παράτολμες, μη λογικές.  Γεμάτος με λανθάνουσες δυνάμεις και προς καταστροφή και προς δημιουργία, ο όχλος είναι ένας σημαντικός παράγοντας ειδικά στις κοινωνίες που περνούν διαδικασία μεταμόρφωσης.

 

   Είναι πολύ σύνηθες τα άτομα να χάνουν την αίσθηση της προσωπικής τους ταυτότητας σε τέτοιες καταστάσεις. Αυτό το συναίσθημα μπορεί να βιωθεί και ως θετικό κάποιες φορές. Απελευθερώνει ενίοτε από τα εσωτερικά δεσμά που μας συγκροτούν ως προσωπικότητες.

 

 

 

Παράγοντες – Καταλύτες  Διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν αυτή τη διαδικασία η οποία οδηγεί στη μείωση της ατομικής συνείδησης. Βοηθητικά δρουν: 
  • η αυξημένη ανωνυμία
  • η μειωμένη υπευθυνότητα απέναντι στις πράξεις
  • το συναίσθημα του συνανήκειν,
  • το μέγεθος της ομάδας
  • και η ψυχολογική ανάταση.

Σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Το πρώτο σύμπτωμα που παρατηρείται είναι η δεκτικότητα των ατόμων να δεχτούν υπόδειξη, να δράσουν εντελώς διαφορετικά από τη συνήθη συμπεριφορά τους

 

 

 

Οι Κοινωνίες τις Ώρες της Έντασης 

 

   Αυτές οι μελέτες προσφέρουν και εμπειρικά παραδείγματα τα οποία στηρίζουν τη θεωρία του Girard για την μιμητική σύγκρουση και τον θύματοποιητικό μηχανισμό. Ο Girard περιγράφει στο επίπεδο της συμπεριφοράς αυτό που έχει διακρίνει ως μοτίβο να επαναλαμβάνεται στην Ιστορία, τη μυθολογία και τα κλασικά έργα: Όταν οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν παράγοντες μεγάλης έντασης, έχουν την ικανότητα να λειτουργούν ως ένας νους, κάτι που τους οδηγεί να πιστέψουν ότι ένα υποκείμενο ή μία ομάδα ανθρώπων είναι η αιτία των προβλημάτων τους.  Παρότι δεν υπάρχει κάποια λογική απόδειξη ενοχής, η κοινότητα συχνά δαιμονοποιεί και θυματοποιεί το άτομο ή την ομάδα των εξιλαστηρίων θυμάτων.

 

   Και η Hanna Arendt και οι θεωρίες που είδαμε παραπάνω παρουσιάζουν στην ουσία του τον ίδιο μηχανισμό, που περιγράφει και ο Girard.  Αυτό που προσθέτει εντονότερα ο Girard στη θεωρία των ομαδικών συστημάτων είναι την κατάδειξη του μηχανισμού του αποδιοπομπαίου τράγου,του Φαρμακού.

 

 

Η Πρόσκαιρη, Φαινομενική Γαλήνη 

 

   Στη συνέχεια τονίζει ότι η γαλήνη που επέρχεται μετά από τη διαδικασία ούτε διαρκεί, ούτε και είναι ηθική. Θεωρεί ότι η ίδια η διαδικασία απλώνει απλά τους σπόρους για τη μελλοντική βία και ενσωματώνει τους μηχανισμούς της βίας μέσα στο πλαίσιο της τελετουργίας. Η βία γεννά βία και αυτό αποδεικνύεται και από τη σύγχρονη έρευνα.

 

   Θα ήταν καλό να επισημάνουμε και ένα ακόμα στοιχείο του θυματοποιητικού μηχανισμού.  Πολλές φορές το θύμα πιστεύει τις κατηγορίες που του προσάπτουν. Είναι μέρος του μηχανισμού ότι πολύ συχνά οι αποδιοπομπαίοι τράγοι δεν έχουν συνείδηση του τι ακριβώς συμβαίνει και ακόμα ότι πιστεύουν τις κατηγορίες που τους προσάπτονται. Στις μεσαιωνικές δίκες για μαγεία, η κατηγορούμενη ως μάγισσα πολύ συχνά θεωρούσε ότι πραγματικά ήταν μάγισσα και μάλιστα μπορεί να πίστευε ότι προσπάθησε να προκαλέσει κακό στους γείτονές της. Πάρα ταύτα ο Girard προχωρεί τονίζοντας ότι – ως σύγχρονοι αναγνώστες – γνωρίζουμε ότι η μαγεία δεν υπάρχει, ότι είναι μία δεισιδαιμονία.  Δε μας επηρεάζει το γεγονός ότι και  οι κατηγορούμενοι και οι κατήγοροι συμφωνούν σε αυτό.

 

 

Αρνούμαστε να ακούσουμε

 

   “Εμείς εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι δεν άξιζε τη θανατική καταδίκη. Δεν πιστεύουμε ότι η μαγεία μπορεί να είναι αποτελεσματική. Δεν έχουμε καμία δυσκολία να δεχτούμε ότι το θύμα συμμερίζεται τη γελοία άποψη των διωκτών του σχετικά με τη μαγεία. Ο σκεπτικισμός μας παρά την ομοθυμία εκείνων δεν κλονίζεται.

 

   Όχι μόνο οι δικαστές αλλά και οι μάρτυρες αλλά και το ίδιο το θύμα δεν συμφωνούν με την ανάγνωση που κάνουμε εμείς τα δικά τους κείμενα. Αυτή η ομοθυμία δεν μας επηρεάζει, αν και οι συντάκτες αυτών των κειμένων ήταν εκεί, παρόντες και εμείς όχι…”

 

 

 

Η Άγνοια του Θύματος 

 

    Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι να αντιληφθούμε ότι για λειτουργήσει ο μηχανισμός, για να κατευναστεί η βία, τα θύματα δεν πρέπει να γνωρίζουν ότι είναι θύματα ενός μηχανισμού. Η κοινότητα που σώθηκε από τη θυσία δεν πρέπει ποτέ να συνειδητοποιήσει ότι τα θύμα ήταν στην πραγματικότητα ένα τυχαία διαλεγμένο, αθώο θύμα. Αν επέλθει αυτή η συνειδητοποίηση, η έκλειψη της βίας δεν θα υπάρξει.

 

    Η λειτουργία του μηχανισμού εξαρτάται απόλυτα από τη συγκάλυψη του τρόπου που εκτυλίσσεται.

 

   Φτάνουμε λοιπόν και στο τέταρτο βήμα της θεωρίας .Τη θυσία ή τον εξοβελισμό του εξιλαστηρίου θύματος. Στη συνέχεια, διακρίνουμε το πέμπτο βήμα, τον ερχομό της γαλήνης μετά την καταστροφή της υποτιθέμενης αιτίας των προβλημάτων…

 

 

 

Ο Μύθος εδραιώνεται

 

   Και τελικά μία μυθολογία αναπτύσσεται, η οποία ερμηνεύει το εξιλαστήριο θύμα με δύο τρόπους. Καταρχάς, ο συγκεκριμένος λέγεται ότι αποτελούσε την αιτία για τα προβλήματα της κοινότητας. Στη συνέχεια, αποδεικνύεται η θεϊκή του παρουσία, καθώς η θυσία του έφερε γαλήνη στην κοινότητα η οποία βρισκόταν στο χείλος της διάλυσης. Τουλάχιστον αυτό συμβαίνει στους μύθους. Η πραγματική ιστορία των γεγονότων πρέπει για πάντα να αποσιωπηθεί..

 

   Τέλος, τελετουργίες αναπτύσσονται και καθιερώνονται με βάση τη μυθολογική αφήγηση των γεγονότων και αυτή η τελετουργία λειτουργεί ως φάρμακο για τη βία που απειλεί σε τακτά χρονικά διαστήματα την κοινότητα

 

 

Το Φαινόμενο εντοπίζεται στη Λογοτεχνία και στη Μυθολογία

 

   Στη θεωρία του Girard, όταν το θύμα έχει εξοντωθεί η βία μοιάζει μαγικά να σταματά. Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο μπορούμε να εντοπίσουμε ξανά και ξανά στην παγκόσμια λογοτεχνία, στη μυθολογία και στην ίδια την ιστορία. Όταν η βία κλιμακώνεται σε μία κοινότητα, εφόσον υπάρξει μία τελετουργική θυσία ενός αθώου θύματος, η βία στην κοινότητα άμεσα σταματά. Αυτή η διαδικασία ενώνει βέβαια τη θεωρία του Girard με τις απαρχές της θρησκείας. Σίγουρα εδώ θα πρέπει να πούμε ότι μία θεωρία που επιχειρεί να ερμηνεύσει τόσο πλατιά θέματα και σε τόσο μεγάλο βάθος σίγουρα εγείρει και αρκετά ερωτήματα για το κατά πόσον μπορεί να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις σε όλες τις εκφάνσεις του φαινομένου της θρησκείας, για παράδειγμα.

 

   Συνεχίζοντας, παρατηρούμε ότι καθώς ο κύκλος της βίας μοιάζει να σταματά σχεδόν μαγικά η κοινότητα μυθοποιεί την κατάσταση, της αποδίδει ιδιότητες “φτιάχνοντας” αναμνήσεις σχετικά με το σταμάτημα της βίας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας το δολοφονηθέν θύμα θεωρείται η αιτία όλων των προβλημάτων. Αυτό είναι αυταπόδεικτο για την κοινότητα, καθώς τώρα που είναι νεκρό τα προβλήματα της κοινότητας είναι επίσης νεκρά. Επομένως, το πρόσωπο αυτό ήταν κατ’ ανάγκη η αιτία όλης της βίας.

 

 

Η Αναγκαστική Θεοποίηση

 

   Ωστόσο, αυτό το θύμα, αυτός ο υπεύθυνος για όλα τα δεινά θα θεοποιηθεί συχνά. Δεν ήταν μόνο η αιτία της βίας. Από τη στιγμή που θυσιάστηκε, έγινε και η σωτηρία της σύνολης κοινότητας, καθώς η βία σταμάτησε. Αντί να θυσιαστεί ολόκληρη κοινότητα, θυσιάστηκε το θύμα.

 

   Από τη στιγμή που αυτή η διαδικασία θεμελιωθεί, γίνεται μύθος. Στην προφορική παράδοση της κοινότητας εντυπώνεται η ιστορία – όχι όπως πραγματικά συνέβη – αλλά ως μύθος. Η μορφή που θυσιάστηκε ήταν στην πραγματικότητα η θεότητα η οποία έσωσε την κοινότητα από τη διάλυση.

 

 

 

Η Πηγή της Θρησκείας είναι ριζωμένη στη βία 

 

   Εφόσον το μοτίβο ξεκίνησε με την παύση της βίας, έχοντας ως  βάση κάποια ανθρωποθυσία, η συνέχιση του μοτίβου είναι κατανοητή. Καθώς όμως οι κοινωνίες εξελίχθηκαν και με την ανάδειξη των μονοθεϊστικών θρησκειών τη θέση των ανθρωποθυσιών πήραν τα σύμβολα, τα ζώα και οι τελετουργίες. Ο Girard ισχυρίζεται επομένως ότι η πηγή της θρησκείας είναι ριζωμένη στη βία.

 

    Η προσπάθειά του να εξηγήσει τις απαρχές της θρησκείας τον εντάσσει στο πλαίσιο των σύγχρονων θεωρητικών που επιχειρούν να ερμηνεύσουν το υπερφυσικό χρησιμοποιώντας τα όπλα της λογικής. Αν και ο Girard δεν έχει ως στόχο να ανατρέψει τη θρησκεία- για το αντίθετο έχει κατηγορηθεί – και αυτός, όπως και ο Freud και ο Nietsche, χρησιμοποίησε σκοτεινά και υποσυνείδητα κίνητρα για να ερμηνεύσει το θρησκευτικό φαινόμενο. Η διαφορά του με τους άλλους στοχαστές είναι ότι επιβεβαιώνει κάποιες θετικές πλευρές που μπορεί να έχει το θρησκευτικό φαινόμενο.

 

   Η συγκεκριμένη θεωρία περνά και έξω από το θρησκευτικό, σε πολλές πλευρές της ζωής μας. Οι κοινότητες εφαρμόζουν σε ασυνείδητο επίπεδο τεχνικές εξοστρακισμού και θυματοποίησης. Ο πόλεμος, η οικονομική εξόντωση και πολλές περιπτώσεις θεσμικής βίας μπορούν να αναχθούν στο μηχανισμό της μίμησης. Συχνά όμως παρατηρούμε στις σύγχρονες κοινωνίες ότι το αποτέλεσμα δεν είναι η γαλήνη και η ομόνοια της κοινότητας.

 

 

Η Διαδικασία δεν είναι πλέον Ασυνείδητη

 

    Η θέση του Girard είναι ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι η διαδικασία δεν είναι πλέον εντελώς ασυνείδητη. Κατά την άποψή του – η οποία έχει δεχθεί πολύ κριτική –  αυτό οφείλεται στο ότι ο μηχανισμός αποκαλύπτεται στα Ευαγγέλια, όπου για πρώτη φορά το θύμα δεν αποδέχεται την ενοχή του και παρουσιάζει στους διώκτες του ανάγλυφα την πραγματική εικόνα.

 

   Τονίζει ότι η βία  είναι πλέον διαρκώς αυξανόμενη, καθώς ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου δεν είναι πλέον τόσο αποτελεσματικός. Προσεγγίζει τους μύθους και επισημαίνει ότι η παραδοσιακή μορφή τους παρουσιάζει τα γεγονότα από την πλευρά της ευεργετημένης κοινότητας. Από τη μία ευτελίζει τα θύματα  και από την άλλη τα θεοποιεί. Στους παραδοσιακούς μύθους ο μηχανισμός είναι καλά κρυμμένος.

 

 

Ο Μηχανισμός Καταγγέλλεται  

   Θεωρεί ωστόσο ότι στα ιουδαϊκά και χριστιανικά κείμενα ο μηχανισμός καταγγέλλεται. Από θεολογική άποψη δεν δέχεται ότι η θυσία του Χριστού αποτελεί ένα δώρο προς την ανθρωπότητα. Αντίθετα θεωρεί ότι είναι η στιγμή που, αν έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας, θα αντιληφθούμε πως η θυσία ήταν πάντα μέρος της ανθρώπινης προσπάθειας να περιορίσουμε τη βία εντός της κοινότητας. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτεται και η αποτυχία του μηχανισμού να εξαλείψει τη βία. Τα αποτελέσματα είναι πάντα βραχύβια.

 

 

 

Η Θεωρία του Girard, σημαντική ως σύλληψη και εφαλτήριο για διερεύνηση 

 

   Η σημασία της θεωρίας του Girard, όσον αφορά το ζήτημα της εξάλειψης της βίας δεν είναι άμεσα αντιληπτή. Σίγουρα, εφόσον αληθής στα περισσότερα σημεία της, προσφέρει ένα θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις απαρχές της βίας. Στην ίδια τη θεωρία του ωστόσο, πολύ λίγα στοιχεία μπορούμε να βρούμε που θα μας βοηθούσαν στον περιορισμό της βίας. Στην πράξη, από τη στιγμή που ο μηχανισμός ξεσκεπαστεί και δεν είναι αποτελεσματικός δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη συνεχή ένταση της βίας.

 

   Κάποιοι συγγραφείς έχουν διαγνώσει μία μορφή αποκαλυπτισμού  στα γραπτά του Ζιράρ και κάνουν λόγο για μία πορεία που οδηγεί στην καταστροφή της ανθρωπότητας μέσα σε ένα συνεχόμενο κύκλο βίας.

 

 

Η Ανθρωπότητα μπροστά στη συνειδητοποίηση
 

   Ο ίδιος ωστόσο αλλά και άλλοι θεωρητικοί δίνουν μία άλλη ανάγνωση. Ισχυρίζονται ότι εφόσον ο μηχανισμός έχει αποκαλυφθεί και εφόσον οι συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης βίας είναι καταστροφικές, η ανθρωπότητα δεν έχει πλέον την επιλογή να συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν να είναι τυφλή. Η περίοδος που βασιζόμαστε στη βία για να αντιμετωπίσουμε τη βία είναι οριστικά παρελθόν. Από τη στιγμή που η βία πάντα πολλαπλασιάζει τη βία με κυρίαρχα θύματα τις μειονότητες και τις γυναίκες μία συνειδητή προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το θέμα θα ωφελούσε τα μέγιστα την ανθρωπότητα. Αυτό δεν είναι κάτι μη συμβατό με αρκετές άλλες σύγχρονες θεωρίες. ιδιαίτερα η θεωρία του Girard έχει το χαρακτηριστικό ότι δίνει έμφαση στο ρόλο του θύματος μέσα στις κοινωνίες.

 

 

 

Η Κριτική 

   Παρά την εξηγητική δύναμη που φαίνεται να υπάρχει στη θεωρία που περιγράψαμε, αρκετές κριτικές και σε πολλά επίπεδα έχουν ασκηθεί εναντίον της. Κάποιες από αυτές τις είδαμε και εδώ, όπως το ποια τελικά είναι η φύση του ανθρώπου στο βάθος της. Ο Girard φαίνεται να προτείνει ότι βασίζεται στη σύγκρουση και την αντιπαλότητα. Δεν προσπαθεί να βασίσει τη σκέψη του σε ένα ευρύτερο μεταφυσικό πλαίσιο, αντίθετα βασίζεται σε μία ερμηνεία της Ιστορίας και αφήνει τα κείμενα να μιλήσουν εξ ονόματος της.

 

   Επίσης, κάποιες στιγμές μοιάζει να ισχυρίζεται ότι η κάθε σύγκρουση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω της βίας και του θυματοποιητικού μηχανισμού, ενώ η ίδια μας η πραγματικότητα σε διαπροσωπικό επίπεδο δείχνει ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι που βασίζονται στη συνεννόηση και το διάλογο.

 

 

Είναι εφικτή μια συνολική Θεωρία;
 

   Ένα ακόμα σημείο κριτικής είναι ότι προσπαθεί να εφαρμόσει τη θεωρία του σε ένα ευρύ πλέγμα καταστάσεων, ότι επιδιώκει με άλλα λόγια μία θεωρία συνολικής εξήγησης, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις σύγχρονες ανθρωπιστικές επιστήμες. Θυμίζει λίγο την κριτική που δέχτηκε ο Foucault η σκέψη του οποίου όμως εξακολουθεί να γονιμοποιεί και να ανοίγει δρόμους.

 

   Καταλήγοντας, εμείς θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εργασία του είναι εξαιρετικά πρωτότυπη. Έχει προσφέρει άφθονο υλικό που επιτρέπει έρευνα και ανοίγει δρόμους σε πολλούς τομείς. Είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε με τα βασικά σημεία της θεωρίας του το βέβαιο είναι ότι έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη βία και το ιερό.

 

   Κατά την άποψή μας το σημαντικότερο που μπορεί να κρατήσει κανείς είναι το σεβασμό που επιδεικνύει απέναντι στα ίδια τα κείμενα και ιδιαίτερα στα κείμενα της λογοτεχνίας. Θυμίζει τη ρήση του Freud ο οποίος επίσης θαύμαζε τον Σοφοκλή.

 

 “Όπου κι αν έφτασα ένας ποιητής είχε φτάσει πολύ πριν από εμένα “

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Agnew, Mary Barbara.  «A Transformation of Sacrifice: An Application of Rene Girard’s Theory of Culture and Religion.”  Worship 61 (1987): 493-509.

Alison, James.  Faith Beyond Resentment: Fragments Catholic and Gay.  New York: Crossroad Pub Co, 2001.

_____.  The Joy of Being Wrong: Original Sin Through Easter Eyes.  New York: Crossroad Publishing Co, 1998.

Bailie, Gil Violence Unveiled: Humanity at the Crossroad New York: Crossroad Pub Co, 1995.

Baron, Robert A.  and Donn Byrne.  Social Psychology: Understanding Human Interaction.  Boston: Allyn and Bacon, Inc, 1987.

Blumer, Herbert.  «Collective Behavior.”  Review of Sociology: Analysis of a Decade.  Joseph Gittler.  New York: John Wiley and Sons, 1957.

Erickson, Millard J.  Christian Theology.  Grand Rapids: Baker Book House, 1985.

Farley, John E.  American Social Problems: An Institutional Analysis.  Englewood Cliffs: Prentice-Hall.  1987.

Forsyth, Donelson R.  Group Dynamics.  Pacific Grove: Brooks/Cole Publishing Co, 1990.

Gilbert, Daniel T., Susan T.  Fiske and Gardner Lindzey.  The Handbook of Social Psychology, Volume II.  Boston: McGraw Hill Companies, Inc.  1998.

Girard, Rene.  «Mimesis and Violence: Perspectives in Cultural Criticism.”  Berkshire Review 14 (1979): 9-19.

_____.  Deceit, Desire , and the Novel.  Baltimore: Johns Hopkins University Press, 1965.

_____.  The Scapegoat.  Baltimore: Johns Hopkins University Press, 1986.

_____.  Things Hidden since the Foundation of he World.  Stanford: Stanford University Press, 1987.

_____.  Violence and the Sacred.  Baltimore: Johns Hopkins University Press, 1977.

_____.  “Violence, Difference, Sacrifice: A Conversation with Rene Girard.”  Religion and Literature 25 (1993): 9-33.

Hobson.  Theo.  «Faith and Rhetorical Violence: A Response to Girard.”  Modern Believing 40 (1999): 34-41.

Hunsinger, George.  «The Politics of the Nonviolent God: Reflections on Rene Girard and Karl Barth.”  Scottish Journal of Theology 58(1998): 61-85.

Kaplan, Harold I, Benjamin Sadock, Jack Grebb.  Synopsis of Psychiatry.  Baltimore: Williams and Wilkins, 1994.

Leahey, Thomas H.  A History of Modern Psychology.  Englewood Cliffs: Prentice Hall, 1991.

Levine, Baruch.  «Rene Girard on Job: the Question of the Scapegoat.”  Semeia 33 (1985): 125-133.

Mack, Burton L.  «The Innocent Transgressor: Jesus in Early Christian Myth and History.”  Semeia 33 (1985): 135-165.

McBride, James.  «Capital Punishment as the Unconstitutional Establishment of Religion: A Girardian Reading of the Death Penalty.”  Journal of Church and State 37 (1995): 263-287.

North, Robert S.J.  «Violence and the Bible: The Girard Connection.”  The Catholic Biblical Quarterly 47 (1985): 1-27.

Placher,  William C.  «Christ Takes Our Place.”  Interpretation 31 (1999): 520.

Pratt, Travis C.  and Francis T.  Cullen.  «The Empirical Status of Gottfredson and Hirschi’s General Theory of Crime: A Meta-Analysis.”  Criminology 38 (2000): 931964.

Schwager, Raymund.  «Christ’s Death and the Prophetic Critique of Sacrifice.”  Semeia 33 (1985): 109123.

_____.  Jesus in the Drama of Salvation: Toward a Biblical Theology of Redemption.  New York: Crossroad Pub Co, 1998.

Swartley, Willard, ed.  Violence Renounced: Rene Girard, Biblical Studies and Peacemaking.  Telford: Pandora Press, 2000.

Vadum, Arlene C, and Neil 0.  Rankin.  Psychological Research: Methods for Discovery and Validation.  Boston: McGraw Hill, 1998.

Wallace, Mark I., and Theophus H. Smith, ed.  Curing Violence.  Sonoma: Polebridge Press, 1994.

Watson, P.  J.  «Girard and Integration: Desire, Violence and the Mimesis of Christ as Foundation for Postmodernity.”  Journal of Psychology and Theology 26 (1998): 311- 321.

Williams, James G.  The Girard Reader.  New York: Crossroad Pub Co, 1996. 

Κατηγορίες: Σεμινάρια

Μάκης Τσελέντης

Φιλόλογος και Ιστορικός Τέχνης. Φροντιστήριο Φιλολογικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *