Home » Τα Νέα μας » Κείμενα » Άργος, ο πιστός φίλος του Οδυσσέα

 

 

Ο Άργος είναι το σκυλί που ο Οδυσσέας άφησε πίσω του στην Ιθάκη, όταν έφυγε για την Τρωική εκστρατεία. Η σκηνή της αναγνώρισης του ήρωα από τον υπέργηρο πια σκύλο του είναι από τις πιο δυνατές που συναντάμε στην Οδύσσεια. Θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, ωστόσο, ότι η πρόσληψη της σκηνής από εμάς – τους σύγχρονους αναγνώστες – είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη των αρχαίων. Γενικά, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα τα γραφόμενα του Ομήρου θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό πιστές απεικονίσεις της πραγματικότητας. Αυτό που άλλαζε στο πέρασμα των αιώνων σε σχέση με την αντιμετώπιση που είχε το Ομηρικό έργο δεν ήταν σε καμία περίπτωση το κατά πόσο τα ποιήματα αντανακλούσαν μέρος της πραγματικότητας. Αντίθετα, θεωρώντας δεδομένη τη ρεαλιστική βάση των γραφομένων η κάθε εποχή εστίαζε σε διαφορετικά σημεία του έργου και δημιουργούσε τους δικούς της συνειρμούς.

 

Το κείμενο

 

Ας θυμηθούμε τη σκηνή. Πρώτα παρατίθεται το αρχαίο κείμενο από τη ραψωδία ρ και τους στίχους 290 έως και 327 και στη συνέχεια η μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη:

 

ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον:
ἂν δὲ κύων κεφαλήν τε καὶ οὔατα κείμενος ἔσχεν,
Ἄργος, Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, ὅν ῥά ποτ᾿ αὐτὸς
θρέψε μέν, οὐδ᾿ ἀπόνητο, πάρος δ᾿ εἰς Ἴλιον ἱρὴν
ᾤχετο. τὸν δὲ πάροιθεν ἀγίνεσκον νέοι ἄνδρες

αἶγας ἐπ᾿ ἀγροτέρας ἠδὲ πρόκας ἠδὲ λαγωούς:
δὴ τότε κεῖτ᾿ ἀπόθεστος ἀποιχομένοιο ἄνακτος,
ἐν πολλῇ κόπρῳ, ἥ οἱ προπάροιθε θυράων
ἡμιόνων τε βοῶν τε ἅλις κέχυτ᾿, ὄφρ᾿ ἂν ἄγοιεν
δμῶες Ὀδυσσῆος τέμενος μέγα κοπρήσοντες:

ἔνθα κύων κεῖτ᾿ Ἄργος, ἐνίπλειος κυνοραιστέων.
δὴ τότε γ᾿, ὡς ἐνόησεν Ὀδυσσέα ἐγγὺς ἐόντα,
οὐρῇ μέν ῥ᾿ ὅ γ᾿ ἔσηνε καὶ οὔατα κάββαλεν ἄμφω,
ἆσσον δ᾿ οὐκέτ᾿ ἔπειτα δυνήσατο οἷο ἄνακτος
ἐλθέμεν: αὐτὰρ ὁ νόσφιν ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ,
γίγνοντ’: ἀγλαί̈ης δ᾿ ἕνεκεν κομέουσιν ἄνακτες.»
τὸν δ᾿ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα:
«καὶ λίην ἀνδρός γε κύων ὅδε τῆλε θανόντος.
εἰ τοιόσδ᾿ εἴη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ ἔργα,
οἷόν μιν Τροίηνδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς,
αἶψά κε θηήσαιο ἰδὼν ταχυτῆτα καὶ ἀλκήν.
οὐ μὲν γάρ τι φύγεσκε βαθείης βένθεσιν ὕλης
κνώδαλον, ὅττι δίοιτο: καὶ ἴχνεσι γὰρ περιῄδη:
νῦν δ᾿ ἔχεται κακότητι, ἄναξ δέ οἱ ἄλλοθι πάτρης
ὤλετο, τὸν δὲ γυναῖκες ἀκηδέες οὐ κομέουσι.
δμῶες δ᾿, εὖτ᾿ ἂν μηκέτ᾿ ἐπικρατέωσιν ἄνακτες,
οὐκέτ᾿ ἔπειτ᾿ ἐθέλουσιν ἐναίσιμα ἐργάζεσθαι:
ἥμισυ γάρ τ᾿ ἀρετῆς ἀποαίνυται εὐρύοπα Ζεὺς
ἀνέρος, εὖτ᾿ ἄν μιν κατὰ δούλιον ἦμαρ ἕλῃσιν.»
ὣς εἰπὼν εἰσῆλθε δόμους εὖ ναιετάοντας,
βῆ δ᾿ ἰθὺς μεγάροιο μετὰ μνηστῆρας ἀγαυούς.
Ἄργον δ᾿ αὖ κατὰ μοῖρ᾿ ἔλαβεν μέλανος θανάτοιο,290 Κι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Τον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα αναχώρησε να πάει στην άγια Τροία.
Τα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
295 και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Μετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν το μέγα τέμενός του.
300 Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος.
Κι όμως, αναγνωρίζοντας τον τον Οδυσσέα στο πλάι του,
σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ’ αυτιά του,
όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του.
Τον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του, σκούπισε ένα δάκρυ
305 – από τον Εύμαιο κρυφά, για να τον ξεγελάσει. Ύστερα μίλησε ρωτώντας :
«Εύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται,
φαίνεται η καλή του ράτσα. Δεν ξέρω ωστόσο και γι’ αυτό
ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο;
ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν
310 στα τραπέζια των αντρών, και τους κρατούν οι άρχοντες μόνο για το καμάρι τους;»
Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκες :
«Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ’ αυτόν ανήκει που αφανίστηκε πέρα στα ξένα.
Αν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή,
όπως ο Οδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Τροία,
315 βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα και για την αλκή του·
που, κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε
κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ – ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του.
Τώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του
μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες αφρόντιστο το αφήνουν.
320 Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων,
δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους.
Γιατί κι ο Δίας, που το μάτο του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου
τη μισή αρετή, απ΄τη στιγμή που θα τον βρει η μέρα της σκλαβιάς.»
Μιλώντας πια, προχώρησε στα ωραία δώματα,
325 και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες.
Κι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου,
αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια περασμένα, τον Οδυσσέα.

 

 

Ο Άργος αναγνωρίζει πρώτος τον Οδυσσέα

 

Η σκηνή μας παρουσιάζει τον Οδυσσέα ντυμένο με ράκη να πλησιάζει το κατώφλι του παλατιού συνοδευόμενος από τον χοιροβοσκό Εύμαιο, ο οποίος δεν τον έχει αναγνωρίσει. Ο Άργος σε αξιοθρήνητη κατάσταση, πλήρως παραμελημένος τον αντιλαμβάνεται και τον αναγνωρίζει. Οι δυνάμεις του ήταν τόσες, ώστε το μόνο που κατάφερε να κάνει σε ένδειξη αναγνώρισης ήταν να κουνήσει την ουρά του και να κατεβάσει τα αυτιά μπροστά στον άνθρωπο που τον είχε μεγαλώσει.

Ο Οδυσσέας σκουπίζει ένα δάκρυ. Την ώρα που διασχίζει το κατώφλι του παλατιού, ο Άργος πεθαίνει.

 

 

 

Η δική μας αποτίμηση

 

Το μικρό επεισόδιο χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πιο δυνατά παραδείγματα της Ομηρικής τέχνης. Με μεγάλη επιδεξιότητα ο ποιητής παρουσιάζει ένα δυνατό συναίσθημα απώλειας, αγάπης και στο μέτρο του δυνατού, αμοιβαιότητας. Το δάκρυ του Οδυσσέα, η δυσκολία της κίνησης του σκυλιού αποδίδονται περίτεχνα.

Διαβάζοντας τη σκηνή αντιλαμβανόμαστε ότι ένα όριο έχει υψωθεί. Ένα όριο, που προστατεύει τον Οδυσσέα και το μυστικό του. Ο Οδυσσέας και εμείς οι ακροατές ή οι αναγνώστες είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη γλώσσα του σώματος του Άργου. Για τους εχθρούς του Οδυσσέα ο Άργος είναι αόρατος. Η αναγνώριση και ο θάνατός του αποδίδονται με τη μέγιστη διακριτικότητα.

Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται ρητά ότι το σκυλί αναγνώρισε τον κύριό του. Απλά, η εικόνα παρατίθεται ανάγλυφη. Ο ακροατής συμπληρώνει τα λόγια. Με αυτόν τον τρόπο:

  • Αναγνωρίζουμε ότι ο Άργος ανήκει στη χορεία των ευγενών. Αυτών που αξίζει να ρίξουμε το βλέμμα και τη στοργή μας. Στον αντίποδα οι αποκτηνωμένοι μνηστήρες και όσοι με περισσή ευκολία πρόδωσαν τον Οδυσσέα.
  • Επιπλέον, ο Οδυσσέας και ο Άργος δένονται για πάντα με τον μανδύα της ματαίωσης. Ο Άργος δεν έχει τη δύναμη να εκφράσει το συναίσθημά του στο εύρος που επιθυμεί. Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να ανταποδώσει το καλωσόρισμα. 

 

 

 

Οδυσσέας και Άργος 

Άργος και Οδυσσέας: Η εικόνα είναι ένας πίνακας που αποδίδει τη στιγμή που ο Άργος, ο σκύλος του Οδυσσέα αναγνωρίζει τον ήρωα μέσα από τη μεταμφίεση του ζητιάνου.

Μπορούμε με αφορμή αυτές τις λίγες γραμμές του κειμένου να κάνουμε κάποιες γενικές παρατηρήσεις.

  • Ο Οδυσσέας διατηρεί τον αξιοθαύμαστο έλεγχο του εαυτού του. Δεν αποκτηνώθηκε, κάτι που φαίνεται στο δάκρυ και ταυτόχρονα εξακολουθεί να έχει τον έλεγχο των αντιδράσεών του.
  • Στην Οδύσσεια συναντάμε και άλλα σκυλιά. Ο Άργος αντιδιαστέλλεται με όλα αυτά. Είναι πρόσωπο. Στο παλάτι του Αλκίνου χρυσά και ασημένια αγάλματα σκυλιών κοσμούν τον εξωτερικό περίβολο του παλατιού. Κατονομάζονται ως αγέραστα και αθάνατα. Ας μη ξεχνάμε και τα σκυλιά του Εύμαιου. Επιτέθηκαν στον άγνωστό τους Οδυσσέα, χαιρέτισαν την επιστροφή του Τηλέμαχου. Μαζί με τον Οδυσσέα είναι τα μόνα πλάσματα που μπορούν να δουν την Αθηνά. Είναι φύλακες.
  • Ο Άργος επιτελεί την πρώτη αναγνώριση. Την πιο αυθόρμητη, την πιο συγκινητική. Θα ακολουθήσουν οι άνθρωποι. Η Ευρύκλεια, η Πηνελόπη. Είναι εύκολο να διακρίνουμε την κλιμάκωση.

 

 

Ο Άργος για τους αρχαίους

 

Ο τρόπος που εμείς προσεγγίζουμε το επεισόδιο διαφέρει από τον τρόπο που ερμηνεύονταν στην αρχαία εποχή. Είναι σαφές ότι ο Άργος είναι σε μια ηλικία απαγορευτική, εφόσον ο Οδυσσέας έλειπε για είκοσι χρόνια από την Ιθάκη. Ο σύγχρονος αναγνώστης θα θεωρήσει αυτονόητα πως εδώ έχουμε να κάνουμε με ποιητική αδεία και θα εστιάσει στο συναισθήματα και στις εικόνες του κειμένου.

Για τους αρχαίους θέμα ποιητικής αδείας δεν τίθεται. Ειδικά για τους μη λόγιους, ο Όμηρος αποτελούσε τη βασική τους παιδεία. Εικόνες που για μας ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας και του μη πραγματικού για αυτούς ήταν σε μεγάλο βαθμό μέρος της εκπαίδευσής τους.

Είναι καλό να είμαστε προσεκτικοί, όταν προσεγγίζουμε αυτά τα κείμενα καθώς έχουμε να κάνουμε με πολιτισμικές πραγματικότητες εξαιρετικά διαφορετικές από τις δικές μας.

Ας θυμηθούμε την περίφημη φράση με την τόσο έντονη μελωδικότητα:

«παρά θῖν’ ἀλός άτρυγέτοιο».

Για τον Όμηρο και τους αρχαίους η θάλασσα είναι ατρύγητη. Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό της. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να τη χαρακτηρίσει έτσι…

 

 

 

 


Μάκης Τσελέντης

Φιλόλογος και Ιστορικός Τέχνης. Φροντιστήριο Φιλολογικό. kirikion.blogspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Τηλ: 210 4941314

Δημητρακοπούλου 18, Κορυδαλλός